Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

RB / Poems


Roberto Bolaño
 [ photo: Babassakis ]
Μες στου ονείρου τ’ όνειρο
*   *   *
Πολλοί από τους συγγραφείς που μας συγκλόνισαν έχουν θητεύσει και στην ποίηση (Γιώργος Ιωάννου, Ernest Hemingway, Malcolm Lowry, Vladimir Nabokov). Ο Roberto Bolaño, επίσης. Η εκθαμβωτική του πρόζα ενέχει ποίηση. Σκαλίζοντας, πέσαμε τυχαία στα ποιήματα από τη συλλογή Tres, η οποία κυκλοφορεί τον Σεπτέμβριο του 2011, από τον οίκο New Directions. Κάναμε ένα πείραμα, ειδικά για το παρόν τεύχος του Δέντρου [#183-184]: μεταφράσαμε τα μεταφρασμένα από την Laura Healy ποιήματα εις διπλούν, μια ο ένας, μια ο άλλος. Έτσι έχουμε ένα μικρό ναμποκοφικό παιχνίδι: ποιήματα αρχικά γραμμένα στα ισπανικά, μεταφρασμένα στα αγγλικά, μεταφερμένα στα ελληνικά σε δύο εκδοχές.
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης & Παναγιώτης Χαχής
*   *   *
 
31. I dreamt that Earth was finished. And the only
human being to contemplate the end was Franz
Kafka. In heaven, the Titans were fighting to the
death. From a wrought-iron seat in Central Park,
Kafka was watching the world burn.

Είδα όνειρο, τη Γη μας ν’ αφανίζεται. Κι ο μόνος άνθρωπος που το τέλος της γης συλλογίζεται/ ήταν ο Φραντς Κάφκα. / Στον ουρανό οι Τιτάνες θανάσιμα να πολεμάνε/ Από ένα σιδερένιο κάθισμα  εκεί στο Σέντραλ Παρκ/ ο Κάφκα έβλεπε τον κόσμο να χαλάει. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως η Γη είχε ξοφλήσει. Κι ο μόνος/ μάρτυρας του τέλους ήταν ο Φραντς Κάφκα./ Στον παράδεισο οι Τιτάνες θανάσιμα πολεμούσαν./ Από ένα σφυρήλατο σιδερένιο παγκάκι του Σέντραλ Παρκ/ ο Κάφκα έβλεπε τον κόσμο στις φλόγες. [Π.Χ]
*   *   *

32. I dreamt I was dreaming and I came home
too late. In my bed I found Mário de Sá-Carneiro
sleeping with my first love. When I uncovered them
I found they were dead and, biting my lips till they
bled, I went back to the streets.

Είδα στ’ όνειρό μου ότι ονειρευόμουνα και γύρισα/ αργά πολύ στο σπίτι. Στο κρεβάτι μου τον Μάριο ντε Σα-Καρνέιρο βρήκα/ με τον πρώτο μου έρωτα να κοιμάται. Σαν τα σεντόνια τράβηξα/ είδα που ήσαν πεθαμένοι πια κι οι δυο τους, και, τα χείλια μου δαγκάνοντας/ ώσπου αιμορράγησαν/ πήρα πάλι τους δρόμους. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ονειρευόμουν κι επέστρεψα αργά/ στο σπίτι. Στο κρεβάτι μου βρήκα τον Μάριο ντε Σά-Καρνέιρο/ με την πρώτη αγάπη μου να πλαγιάζει. Σαν τους ξεσκέπασα είδα πως ήταν νεκροί και τα χείλη μου δαγκώνοντας μέχρι/ να ματώσουν, πήρα πάλι τους δρόμους. [Π.Χ]

*   *   *
33. I dreamt that Anacreon was building his castle
on the top of a barren hill and then destroying it.

Ονειρεύτηκα που ο Ανακρέων το κάστρο του το έχτιζε/ στην κορφή λόφου άκαρπου κι ύστερα το γκρέμιζε ξανά [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ο Ανακρέοντας το κάστρο του έχτιζε/ στην κορφή ενός έρημου λόφου κι ύστερα το κατέστρεφε. [Π.Χ]
*   *   *
34. I dreamt I was a really old Latin American
detective. I lived in New York and Mark Twain
was hiring me to save the life of someone without
a face. “It’s going to be a damn tough case, Mr.
Twain,” I told him.

Που ήμουν, ονειρεύτηκα, ένας γέρος πολύ Λατινοαμερικανός ντετέκτιβ./ Στη Νέα Υόρκη ζούσα, και ο Μαρκ Τουαίην με προσλαμβάνει, να δεις,/ να σώσω τη ζωή ενός ανθρώπου χωρίς πρόσωπο./ «Πολύ μπελάς υπόθεση θα είναι, μίστερ Τουαίην», του λέω. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ήμουν ένας γέρος, Λατινοαμερικάνος ντετέκτιβ./ Ζούσα στη Νέα Υόρκη κι ο Μαρκ Τουαίην με προσέλαβε να σώσω τη ζωή κάποιου χωρίς/ πρόσωπο. «Θα είναι ζόρικη υπόθεση κ. Τουαίην», του είπα. [Π.Χ]
*   *   *
35. I dreamt I was falling in love with Alice Sheldon.
She didn’t want me. So I tried getting myself killed
on three continents. Years passed. Finally, when I
was really old, she appeared on the other end of the
promenade in New York and with signals (like the
ones they use on aircraft carriers to help the pilots
land) she told me she’d always loved me.

Ονειρεύτηκα ότι με την Άλις Σέλντον είχα ερωτευτεί./ Δεν με ήθελε, λέει. Κι έτσι είπα σε τρεις ηπείρους να πάω να σκοτωθώ./ Πέρασαν χρόνια πολλά. Τελικά, σαν ήμουν γέροντας πολύ,/ να ’σου εκείνη, να εμφανίζεται στην άλλη μεριά της βόλτας στη Νέα Υόρκη και με σινιάλα/ (σαν κι αυτά που κάνουν στα αεροπλανοφόρα για να βοηθήσουν τους πιλότους να προσγειωθούν)/ μου λέει πως πάντα μ’ αγαπούσε. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ερωτεύτηκα την Άλις Σέλντον./ Εκείνη δε μ’ ήθελε. Κι έτσι δοκίμασα/σε τρεις ηπείρους ν’ αυτοκτονήσω. Τα χρόνια πέρασαν. Στο τέλος, σαν είχα πια γεράσει/ εκείνη εμφανίστηκε στην άλλη άκρη του δρόμου στη Νέα Υόρκη/ και με νοήματα με τα χέρια (όπως αυτά  που κάνουν στ’ αεροπλανοφόρα για να βοηθήσουν τους πιλότους στην προσγείωση)/ μου είπε πως πάντα μ’ αγαπούσε. [Π.Χ]
*   *   *
 36. I dreamt I was 69ing with Anaïs Nin on an
enormous basaltic flagstone.

Ονειρεύτηκα ότι κάναμε 69 με την Αναϊς Νιν/ σε μια πελώρια πλάκα από βασάλτη. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως κάναμε 69 με την Αναϊς Νιν σ’ ένα/ τεράστιο λιθόστρωτο από βασάλτη. [Π.Χ]
*   *   *
37. I dreamt I was fucking Carson McCullers in a
dim-lit room in the spring of 1981. And we both felt
irrationally happy.

Ότι γαμούσα, ονειρεύτηκα, την Κάρσον ΜακΚάλλερς σ’ ένα/ αμυδρά φωτισμένο καμαράκι την άνοιξη του 1981. Κι ήμασταν κι οι δυο/ τρελά ευτυχισμένοι. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως γαμούσα την Κάρσον ΜακΚάλλερς σ’ ένα/ μισοσκότεινο δωμάτιο την άνοιξη του 1981. Κι οι δυο μας ήμασταν παράλογα ευτυχισμένοι. [Π.Χ]
*   *   *
38. I dreamt I was back at my old high school
and Alphonse Daudet was my French teacher.
Something imperceptible made us realize we were
dreaming. Daudet kept looking out the window
and smoking Tartarin’s pipe

Ότι ήμουν, ονειρεύτηκα, ξανά στο παλιό μου το γυμνάσιο/ κι ο Αλφόνσος Ντωντέ ο δάσκαλός μας ήτανε των γαλλικών. Κάτι ανεπαίσθητο μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε/ ότι ονειρευόμασταν. Ο Ντωντέ ολοένα κοίταζε από το παράθυρο και κάπνιζε την σαν του Ταρταρίνου πίπα του. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως πήγαινα πάλι Γυμνάσιο/ κι ο Αλφόνσος Ντωντέ ήταν ο δάσκαλος των γαλλικών./ Κάτι ανεπαίσθητο μας έκανε να νιώσουμε πως ήμασταν μέσα σ’ όνειρο. Ο Ντωντέ κοιτούσε έξω απ’ το παράθυρο/ και κάπνιζε του Ταρταρέν την πίπα. [Π.Χ]

*   *   *
39. I dreamt I kept sleeping while my classmates
tried to liberate Robert Desnos from the Terezín
concentration camp. When I woke a voice was
telling me to get moving. “Quick, Bolaño, quick,
there’s no time to lose.” When I got there, all I
found was an old detective picking through the
smoking ruins of the attack.

Ότι κοιμόμουν ακόμη, ονειρεύτηκα, ενόσω οι συμμαθητές μου/ πάσχιζαν να λευτερώσουν τον Ρομπέρ Ντεσνός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Τερεζίν./ Σαν ξύπνησα μια φωνή άκουσα να μου λέει, «Βιάσου, Μπολάνο, βιάσου,/δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο». Σαν έφτασα εκεί,/ όλο κι όλο που βρήκα ήταν ένας γέρος ντετέκτιβ να σκαλίζει στα καπνισμένα ερείπια απ’ την επίθεση. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως κοιμόμουν ενώ οι συμμαθητές μου/ να ελευθερώσουν προσπαθούσαν τον Ρομπέρ Ντεσνός απ’ το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίν./ Σαν ξύπνησα μια φωνή μου έλεγε να βιαστώ. «Γρήγορα Μπολάνιο, γρήγορα,/ δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο». Όταν έφτασα εκεί το μόνο που βρήκα/ ήταν ένα γέρο ντετέκτιβ να συλλέγει στοιχεία ανάμεσα στα καπνισμένα ερείπια της επίθεσης. [Π.Χ]
*   *   *
40. I dreamt that a storm of phantom numbers was
the only thing left of human beings three billion
years after Earth ceased to exist.

Ονειρεύτηκα ότι μια θύελλα φασματικοί αριθμοί ήταν/ το μόνο που ’χε απομείνει από τ’ ανθρώπινα όντα τρία δισεκατομμύρια/ μετά που έπαψε η Γη πια να υπάρχει [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως μια θύελλα από φαντάσματα αριθμών ήταν/ το μόνο που απέμεινε απ’ τους ανθρώπους τρία δισεκατομμύρια χρόνια ύστερα απ’ το τέλος της Γης. [Π.Χ]
*   *   *
41. I dreamt I was dreaming and in the dream
tunnels i found Roque Dalton’s dream: the dream
of the brave ones who died for a fucking chimera.
Όνειρο στ’ όνειρο όναρ και στου ορυχείου τ’ όνειρο/ τ’ όνειρο βρήκα του Ρόκε Ντάλτον/ των γενναίων τ’ όνειρο που για ένα πουκάμισο πέθαναν αδειανό / μια γαμημένη Ελένη [ΓΙΜ]
Ονειρεύτηκα πως ονειρευόμουν και στις
στοές τ’ ονείρου βρήκα το όνειρο του Ρόκε Ντάλτον: τ’ όνειρο
των γενναίων που πέθαναν για μια χίμαιρα γαμημένη.
[Π.Χ.]
*   *   *
 42. I dreamt I was 18 and saw my best friend at
the time, who was also 18, making love to Walt
Whitman. They did it in an armchair, contemplating
the stormy Civitavecchia sunset.

Ονειρεύτηκα, ήμουν, λέει, 18, κι είδα την καλύτερή μου φίλη, κι αυτή 18, να κάνει έρωτα με τον Ουόλτ Ουίτμαν./ Το έκαναν σε μια μπερζέρα και κοίταζαν συνάμα/ το θυελλώδες δείλι της Πόλης της Παλιάς. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ήμουν 18 κι είδα τον καλύτερο μου φίλο τότε/ κι αυτόν 18, να κάνει έρωτα με τον Ουόλτ Ουίτμαν. Το έκαναν σε μια πολυθρόνα, χαζεύοντας το θυελλώδες σούρουπο της Civitavecchia. [Π.Χ]
*   *   *
43. I dreamt I was a prisoner and Boethius was
my cellmate. “look, Bolaño,” he said, extending
his hand and his pen in the shadows:
“they’re not trembling! they’re not
trembling!” (after a while,
he added in a calm voice: “but they’ll tremble when
they recognize that bastard Theodoric.”)

Ονειρεύτηκα ότι ήμουνα αιχμάλωτος και το κελί μου/ με τον Βοήθιο μοιραζόμουν. «Για δες, Μπολάνιο», είπε, απλώνοντας το χέρι του και τη γραφίδα του μες στις σκιές:/ «Δεν τρέμουνε! Δεν τρέμουνε!» (Ύστερα από λίγο, πρόσθεσε με γαλήνια φωνή: «Αλλά θα τρέμουν όταν/ εκείνον τον αχρείο θ’ αναγνωρίσουνε, τον Θεοδώριχο») [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ήμουν φυλακή και ο Βοήθιος/ ήταν συγκρατούμενός μου. «Κοίτα, Μπολάνιο» είπε, τεντώνοντας τα χέρια και την πένα του μες τις σκιές:/ «Δεν τρέμουνε! Δεν τρέμουνε!» (κι ύστερα/ πρόσθεσε με ήρεμη φωνή: «όμως θα τρέμουν όταν/ αναγνωρίσουν εκείνον τον μπάσταρδο τον Θεοδώριχο») [Π.Χ]
*   *   *
44. I dreamt I was translating the Marquis de Sade
with axe blows. Id gone crazy and was living in the
woods.

Ότι μετέφραζα Μαρκήσιο ντε Σαντ με τσεκουριές, ονειρεύτηκα./ Ότι είχα τρελαθεί και μες στο δάσος ζούσα. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως μετέφραζα τον Μαρκήσιο ντε Σαντ/ με τσεκουριές./ Είχα αποτρελαθεί και ζούσα μες το δάσος. [Π.Χ.]
*   *   *
45. I dreamt that Pascal was talking about fear with
crystal clear words at a tavern in Civitavecchia:
Miracles don’t convert, they condemn
, he said.
Όνειρο είδα οπού ο Πασκάλ για τον φόβο μιλούσε με λόγια κρύσταλλο διαυγή σε ταβέρνα στην Civitavecchia ~ Τα θάματα δεν σ’ αλλάζουν, σε καταδικάζουν, είπε. [ΓΙΜ]
Ονειρεύτηκα τον Πασκάλ να μιλά για τον φόβο/ με λέξεις κρυστάλλινες σε μια ταβέρνα στην Civitavecchia:/ «Τα θαύματα δεν μεταμορφώνουν, καταδικάζουν». [Π.Χ.]
*   *   *
 46. I dreamt I was an old Latin American detective
and a mysterious Foundation hired me to find the
death certificates of the Flying Spics. I was traveling
all around the world: hospitals, battlefields, pulque
bars, abandoned schools.

Είδα όνειρο που ήμουνα γέρος Λατινοαμερικανός ντετέκτιβ/ κι ένα μυστήριο Ίδρυμα με προσέλαβε να βρω/ τις Ληξιαρχικές Πράξεις Θανάτου των Ιπτάμενων Σπανιόλων./ Έφαγα τον κόσμο: ξενοδοχεία, πεδία μαχών, καπηλειά, εγκαταλειμμένα σχολειά [ΓΙΜ] 

Ονειρεύτηκα πως ήμουν γέρος Λατινοαμερικάνος ντετέκτιβ/ κι ένα μυστήριο Ίδρυμα με προσέλαβε να βρω/ τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των Flying Spics./ Όλο τον κόσμο γύρισα: νοσοκομεία, πεδία μαχών, πουλκερίες, εγκαταλειμμένα σχολεία. [Π.Χ]

*   *   *





Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Η Τρίτη Περιπέτεια


Η τρίτη
περιπέτειά μου
με
το
Gravitys Rainbow



Ο ήχος σου θα είναι η νύχτα που τηγανίζεται
TP, GR


Τέλη Δεκαετίας του Εβδομήντα Μανιωδώς διαβάζαμε –διάβαζα, διάβαζες, διάβαζε– Γκίνσμπεργκ και Γκόρπα, Κέρουακ και Καρούζο, Εγγονόπουλο και Εμπειρίκο, και αίφνης βρίσκομαι σ’ ένα φαγοπότι με τον Ανδρέα Κανελλίδη, και μου λέει, «Άσε, διάβασε Pynchon και θα δεις, θα τα ξεχάσεις όλα. Ή, μάλλον, θα τα δεις αλλιώς». Είμαι πιτσιρικάς, δεκαοχτώ, δεκαεννιά, αλλά ακούω. Τρέχω στη «Φωλιά του Βιβλίου», στον Θανάση, τον μακαρίτη τώρα. Βραχνό βλέμμα, μπάσα φωνή, τέσσερις, πέντε στυλογράφοι (Mont Blanc, Parker, Cross, Pelikan) στην τσέπη, ανεπίληπτο ντύσιμο ευτραφούς dandy. Ω!

Αρχές Δεκαετίας του Ογδόντα Παίρνω V. Γάμα τα. Και μετά Gravitys Rainbow. Ακόμα πιο γάμα τα. Σκάει ο Τζώρζης, ο Γιάννης, στον «Μπερντέ», Ζωοδόχου Πηγής και Σόλωνος. Έχουμε δει μαζί το Citizen Cane, στην Εξωραϊστική Βόλου. Έχουμε διαβάσει μαζί Burroughs, στους Αμπελόκηπους. Έχουμε πιει μαζί, κάτω απ’ τις στέγες ενός ουρανού που δεν παύει να είναι sheltering, προστατευτικός, παίδες. Έχουμε φάει μαζί, στο καταγώγιο της καταγωγής μας. Έχουμε γράψει μαζί, στα Εξάρχεια της αχρειότητάς μας. Κάνω να του πω για τον Pynchon. Με κοιτάζει κατάματα. Σηκώνει ιερατικά το χέρι. Μη μου λες. Ξέρω. Άσε να σου πω. Μου μιλάει για τον Pynchon εφτά, οχτώ, εννιά ώρες σερί. Ρεκόρ; Ποιος ήξερε τότε; Τώρα ξέρω: όχι!

Αρχές Δεκαετίας 2000 Κυλάνε τα χρόνια. Περνάνε οι δεκαετίες. Ρέει η άμμος. Βρέχει καμιά φορά.. Βάζω κιλά. Τα χάνω Τα βάζω ξανά. Τα χάνω πάλι.  Και οι αγάπες πάντα να εμμένουν. Αισθάνομαι, ενίοτε, μόνος – σπανίζουν τα παλικάρια που μαζί τους μπορείς να εκστασιαστείς για τον Commander. Γνωρίζω τον Όλεθρο. Τον τότε Υποσμηναγό, τώρα Αντισμήναρχο, Όλεθρο. Καφενείο Πανελλήνιον, Μαυρομιχάλη, κύριος Νίκος, σκάκι, κονιάκ, κουβέντες. 2002, και Πλατεία Παπαδιαμάντη. Pynchon, πάλι. Pynchon, πλάι. Pynchon, πλέει. Pynchon, πνέει.

Περνάνε μήνες. Βρίσκω μιαν άκρη, καταφέρνω να του δωρίσω το Against the Day, αμέ,
δεμένο, φρέσκο. Άσπρο. Ταξιδεύουμε. Γνωρίζουμε τον Boris Spaski. Με τον Ηλία Κουρκουνάκη, μαζί, τον μαιτρ, τον σκακιστή. Πώς δενότανε το Ατσάλι της Φιλίας. Λέει ο Όλεθρος: Βρήκα κι άλλον. Είναι ο Δρόλιας. Ο Δρομέας Δρόλιας. Μετά, γνωρίζουμε τον Κυριαζή. Τον Γιώργο. Τον Τενόρο.

2005 «Μήπως είστε ο Thomas Pynchon;» [Ο Κωνσταντίνος Τζούμας στον Θάνο Ανεστόπουλο, καθώς βγαίνουμε από το στούντιο του «Εν Λευκώ 87,7 FM», όπου έκανα την εκπομπή «Τα Σάουντρακ των Βιβλίων»]

Οκτώβριος 2011 «Μήπως είστε ο Thomas Pynchon;» [Αυτοσχεδιασμένος Φόρος Τιμής στον Commander, από τους Βασίλειο Δρόλια & Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη, στα επιτόπου κείμενα, και Γιώργο Κυριαζή, στο ρόλο του Thomas Pynchon. Η Ελεάννα Μαρτίνου συμβάλλει με την εικαστική σύνθεση Pynchons Tube, μια διαφανή αεροδυναμική κολώνα από πλέξι-γκλας. Γκραν σουξέ!]

Νοέμβριος 2011  The Zone http://www.thezone.gr/


Τα άλλα,
ποιος δεν τα ξέρει
τ’ άλλα!
Ποιος;

ΥΓ. Κανείς να μην πεθάνει. Όλοι να γλεντάμε. Μαζί.


Μπαμπασάκης, Διασυρμός [υπό έκδοσιν]



Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Το Πρώτο Ντοκουμέντο του Ηλεκτρολετρισμού


Η Φαινομενολογία του Νεύματος[1]



[Ποίημα Τεκμηρίωσης, Ντοκυμανταίρ][2]



Την ώρα που γαμούσ’ ο Λιάγκος, χάη![3],
σκορπώντας στεναγμούς και βογκητά
ο Ίκαρος[4] πεθύμησεν να φάει
λουκάνικα Φρανκφούρτης με αβγά.

Ηθέλησεν να πιει κι ένα ουίσκυ[5]
κι ένα κονιάκ, μια μπίρα, ένα κρασί
καθώς του τραγουδούσανε οι δίσκοι[6]
για έναν έρωτα αλάνη και μπεκρή.

Και άρχισεν μεμιάς να τρωγοπίνει[7]
να λάμπουν οι γαλάζιοι του οφθαλμοί
και δόθηκε στης Διάρκειας την Δίνη
στον έλεγχο του Χρόνου του νταή[8],

του Χρόνου που ’ν’ ο άτεγκτος κριτής μας
ο Χάρος, ο Χαμούρης, ο Χαφιές
Δωσίλογος ο Δήμιος Διαιτητής μας
που σκάει και κουτσουρεύει τις στιγμές.

Κι εκεί στου άτιμου του Χρόνου το Κατώφλι
εφάνηκεν ο φίλος ο Νεκρός[9]
κι αμέριμνα κλοτσάει και σπάει το τσόφλι
της κρίσης που κερνάει ο καιρός[10].

Και πίνει, πίνει, πίνει ο ήρωάς μας
και νιώθει ν’ ανασταίνεται καθώς
ο πόθος πάλλεται του Λιάγκου, ανταριάζει
κι ευφραίνετ’ η ψυχή της γυναικός

που κάτω του δονείται και σπαράζει
και λάμπει και συσπάται και ιδρώνει
γλεντώντας το, η Φάκα[11], ενώ χαράζει
κι ο Λιάγκος με το Δέος[12] την καρφώνει,

καυτό και αιμοβόρο σαν τσακάλι[13]
κραυγάζοντας στον Ίκαρο που τρώει:
«Φέρε μου, Φίλε, γλήγορα, μιαν άλλη
Ναν τη χαρώ! Και, να χαρείς, να ’ν’ από σόι».

Κι ο Ίκαρος ανοίγει τη φιάλη
του Μέλλοντος το τζίνι να φανεί
να γίνουν χίλια θάματα και πάλι
κι ο Πόθος ποθητά να ποθηθεί.

Κι ο ένας να γαμεί ενώ ο άλλος
να πίνει και να τρώγει καθώς θέλει.
Ευφραίνονται μαζί, ούτως ή άλλως
ρουφώντας της ζωής τ’ άγριο μέλι.





[1] Ευρεθέν «ποίημα», κατά πάσα πιθανότητα το «συνέθεσαν» από κοινού δύο Ηλεκτρολετριστές σε κατάσταση προχωρημένης μέθης, κάτι που συνηθιζόταν δυστυχώς στην Κυψέλη κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990. Χειρόγραφο, σε  εκλεκτό χαρτί Palatina, με άθλιο γραφικό χαρακτήρα, γραμμένο με μελάνι Parker, σε πολυτονικό (αυτό τους μάρανε τους Ηλεκτρολετριστές, το πολυτονικό!), και με την ανεξιχνίαστη, αρχικώς, αφιέρωση: Στον Γιώργο Φαράκλα, για την Γνώση, για την Αλήθεια. [Γράφω «αρχικώς», καθότι νέα στοιχεία για τις «δραστηριότητες» αυτού του Κινήματος/Κυήματος, μαρτυρούν μια παρανοϊκή εμμονή των Ηλεκτρολετριστών με την εγελιανή φιλοσοφία. Περιττό να πω ότι δεν κατανόησαν ούτε την πιο απλή απόφανση του Hegel, παρότι τον διάβαζαν ακαταπαύστως. Πώς να κατανοήσουν οτιδήποτε αφού ήσαν μονίμως τυλιγμένοι στην αχλή της αιθυλικής αλκοόλης. Τέλος πάντων! Ως γνωστόν, ο Γιώργος Φαράκλας είναι μεταφραστής και μελετητής του Hegel εν Ελλάδι. Επίσης, ομοιάζει φυσιογνωμικώς με άλλες δύο «εμμονές» των Ηλεκτρολετριστών: τον παράφρονα Περουβιανό κομμουνιστή José Carlos Mariategui και τον επίσης παράφρονα Χιλιανό «συγγραφέα» Roberto Bolaño].
[2] Αφού υπάρχουν ταινίες/φιλμ τεκμηρίωσης, που εμείς παλιά αποκαλούσαμε ντοκυμανταίρ, γιατί να μην υπάρχει και Ποίημα Τεκμηρίωσης / Ντοκυμανταίρ; Τόσο βλακωδώς σκεφτόταν (και από όσο γνωρίζω, και, πιστέψτε με, γνωρίζω καλά, έπραττε) ο «διπλός ποιητής» ΛΛ & ΓΙΜ.
[3] Όταν, όντως, έτεινε, και εν συνεχεία επετύγχανε να συνευρεθεί μετά θηλυκού συνωμότη ο ΛΛ., ε, όσο να ’ναι, επικρατούσε χάος. Και άρα, χάη. Ο ίδιος το επισημαίνει στις γλίσχρες, φτενές, σχεδόν ανύπαρκτες «ποιητικές» του συλλογές, Στις Επάλξεις του Απείρου και Το Ρυμουλκόν της Οκνηρίας. Αμφότερες δοκιμάζουν τα όρια της λογικής, και της υπομονής ! (Εκδότη δεν αναφέρω, για να μην τον θίξω. Εξάλλου έχει, από καιρό, αρνηθεί, ο εκδότης, και ΟΛΟΙ οι εκδότες άλλωστε, ότι είχε την οποιαδήποτε σχέση με τον ΛΛ, τον ΓΙΜ, και τους άλλους τρεις διασαλευμένους Ηλεκτρολετριστές). Για τους μη γνωρίζοντες: ο Ηλεκτρολετρισμός ήταν ένα χαοτικό και θυελλώδες Λογοτεχνικό Κίνημα/Κύημα πέριξ της Οδού Σύρου στην Κυψέλη, παλαιά, πάνε χρόνια. Κάποτε, για λίγο ευτυχώς, εξαπλώθηκε και στις Οδούς Επτανήσου, Αγίου Μελετίου, Κεφαλληνίας, και Τήνου ακόμα, με στρατηγείο το κακόφημο American bar Aurevoir” και το ακόμα πιο κακόφημο ενδιαίτημα του ΓΙΜ όπου φιλοξενούνταν ο ΛΛ. Οι βασικές αρχές του Ηλεκτρολετρισμού συνοψίζονται στο γελοίο σύνθημα «Πήξαμε στους Ποιητές!» και στο ακόμα πιο γελοίο δόγμα «Αρκετά γράψαμε. Τώρα τους γράφουμε!»
[4] Ενδεχομένως ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, ο ΓΙΜ της σημειώσεως 3, ασύστατος κι ασύστολος τυχοδιώκτης Ηλεκτρολετριστής, που, όπως ξέρουμε, δεν είχε καλό τέλος. Μέθυσος και σινεφίλ, αμετανόητος. Διάβαζε μετά μανίας Hegel και Bolaño σε άθλια καπηλειά. Δεν φτάνουν αυτά, έπαιζε και σκάκι κάποτε.
[5] Ευαγές ποτό άλλοτε. Το αγαπημένο των Ηλεκτρολετριστών. Τώρα, δυσεύρετο. Πάντα, πλέον, κακής ποιότητος ως ποτό, καλό όμως ως καύσιμο σύμφωνα με τους Ηλεκτρολετριστές: «Πας ίσαμε τη Ζυρίχη με δύο φιάλες αν έχεις Σκαραβαίο ή Πεντακοσαράκι», γράφει ο ΛΛ. στο Ρυμουλκό.
[6] Τα λεγόμενα Σαρανταπεντάρια και τα Άλμπουμ ή LP. «Άσε, τρέχα γύρευε τώρα! Αυτό ήταν ακρόαση, αυτό ήταν μουσική!» γράφει ο Λ. στις Επάλξεις.  Σήμερα, μονάχα ξεπεσμένοι, και αραιοί σαν διαδήλωση αναρχοτροτσκιστών, Ηλεκτρολετριστές και μελετητές του Ηλεκτρολετρισμού ακούνε μουσική. Και δη, από LP, από δίσκους.
[7] Άντε πάλι! Πήξαμε στους πότες! Αυτοί οι Ηλεκτρολετριστές πιο πολύ έπιναν και έβλεπαν κινηματογράφο [έχουμε μιλήσει σε προηγούμενο πόνημά μας για τις ολέθριες επιπτώσεις του λεγόμενου σινεμά/κινηματογράφου στην μαθητιώσα νεολαία μας – και θα επανέλθουμε!] παρά έγραφαν. Καλύτερα!
[8] Βλ. Dr Μάνος Γιαννόπουλος,  «Οι Heidegger του Πεζοδρομίου – Δοκίμιο για τους Έλληνες Ποιητές της Χθαμαλής Υπάρξεως & τους Ηλεκτρολετριστές της Κυψέλης», Νέα & Παλαιά Τριφυλία, τεύχος 4ο, Κυπαρισσία, Χειμώνας 2011.  Από όσο ερεύνησα, το μοναδικό δημοσίευμα έως τώρα σχετικά με τον  Ηλεκτρισμό. Και δη, σε επιθεώρηση της Πελοποννήσου. Αναμένεται η έκδοση της διατριβής του γράφοντος Ηλεκτρολετρισμός και Άυλη Δημιουργία – Προάγγελοι του Χάους και Αντιλογοτέχνες στην Μεταπολιτευτική Ελλάδα.
[9] Αυθαίρετη μνεία στον σκηνοθέτη, δοκιμιογράφο, και συγγραφέα Χρήστο Βακαλόπουλο (1956-1992). Προς τι; Ποιος ξέρει;
[10] Ποταπή ηλεκτρολετριστική εκμετάλλευση δύσκολων στιγμών. Και εύκολη. Ποταπή, άρα εύκολη. Εύκολη, άρα ποταπή. Δεν θα κουραστούμε να καταγγέλλουμε τις βδελυρές στιγμές αυτού του απολύτως παρανοϊκού και εκτός τόπου και χρόνου Λογοτεχνικού/Εικαστικού/Αρχιτεκτονικού «Κινήματος».
[11] Προσβλητική (και επαίσχυντη) ονομασία. Ντροπή!
[12] Επίσης επαίσχυντη, επιπλέον δε και κακόγουστη, εξυπνάδα! Αυτή η Απολυμένη Γενιά (απολυμένη από την Ζωή την ίδια, και από την Πραγματική Πραγματικότητα) πάσχισε να τα βγάλει πέρα με ανόσια και ανούσια λογοπαίγνια. Γι’ αυτό: ούτε πούλησε, κι ούτε θα πουλήσει. Ποτέ.
[13] Τι να πω! Slow the eggs, παλικάρια!

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Ύδρα / Το Ποίημα


Ύδρα




Κι η  αργασμένη η φάτσα του χρόνου
Καθώς το πρόσωπο του Μπέκετ
Και να λέω πάλι, Μανχατανάς Πλακιώτης,
Κάλας Ράντο Σπιέρε
Ακονισμένο ατσάλι, μέταλλο ανόλεθρο
Να είσαι και να μένεις




Λάμψε, λες, λάμψε
Λάμψε
Λάμψε, λαμπερό τρελό αστέρι
Λάμψε, λημέρι
Μ’ εξορισμένες τις Όλντσμομπιλ
Και τις Ισπανοσουϊζες
Κι αυτές
Εξορισμένες
Και τις Φορντ
Και τες Μερτσέντες
Μονάχα σοκάκια
Μονάχα η αρμύρα που επέμεινε
Η αρμύρα που επέμενε
Και να που πάλι επιμένει
Η αρμύρα
Κι ο βράχος
Κι οι βράχοι
Τα βράχια
Και να θες
Να λαχταράς
Όχι πολλά
Μα τα πάντα
Όχι ό,τι αρπάξεις
Μα τα τάχα
λιγοστά
Τα
τοσοδούλια
Που,
άκουσέ με,
άκου
Είναι τα όλα
Όλα

*

Κλείσε τα μάτια
Άσε το ζάρι
Άκου τον πετεινό
Φέρε τον πεσσό
Σ’ εκείνο
το
τετραγωνίδιο
το
ταπεινό
Που
κάνει
Σαχ
Που
κάνει
Ματ
Κερδίζει
Αναπάντεχα, θαρρείς
Μα όχι,
Όλα εκεί
Είναι
Όλα
Όλα
Από παλιά
Εκεί
Αιώνες τώρα
Χιλιετίες
Εκεί
Κερί
είναι
Κεράκι
Εκεί
Και
ξορκίζει
φθορά και κακό
εκεί
Άκου,
και χαμογέλασε,
και λάμψε!
Λάμψε
Λάμψε
Αστέρι
Λάμψε
Και
Λάμψε
Και
Λάμψε
Λημέρι

*

Μια χούφτα ελιές
Δυο ντομάτες
Λιαστές
Λίγο τυρί
Λίγο ψωμί
Τσίπουρο
κρασί πολύ
Και
τα
Γαλάζια
Άτια
του
Έρωτα


*   *   *


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Ύδρα, 07/07/2011