Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Το Πρώτο Ντοκουμέντο του Ηλεκτρολετρισμού


Η Φαινομενολογία του Νεύματος[1]



[Ποίημα Τεκμηρίωσης, Ντοκυμανταίρ][2]



Την ώρα που γαμούσ’ ο Λιάγκος, χάη![3],
σκορπώντας στεναγμούς και βογκητά
ο Ίκαρος[4] πεθύμησεν να φάει
λουκάνικα Φρανκφούρτης με αβγά.

Ηθέλησεν να πιει κι ένα ουίσκυ[5]
κι ένα κονιάκ, μια μπίρα, ένα κρασί
καθώς του τραγουδούσανε οι δίσκοι[6]
για έναν έρωτα αλάνη και μπεκρή.

Και άρχισεν μεμιάς να τρωγοπίνει[7]
να λάμπουν οι γαλάζιοι του οφθαλμοί
και δόθηκε στης Διάρκειας την Δίνη
στον έλεγχο του Χρόνου του νταή[8],

του Χρόνου που ’ν’ ο άτεγκτος κριτής μας
ο Χάρος, ο Χαμούρης, ο Χαφιές
Δωσίλογος ο Δήμιος Διαιτητής μας
που σκάει και κουτσουρεύει τις στιγμές.

Κι εκεί στου άτιμου του Χρόνου το Κατώφλι
εφάνηκεν ο φίλος ο Νεκρός[9]
κι αμέριμνα κλοτσάει και σπάει το τσόφλι
της κρίσης που κερνάει ο καιρός[10].

Και πίνει, πίνει, πίνει ο ήρωάς μας
και νιώθει ν’ ανασταίνεται καθώς
ο πόθος πάλλεται του Λιάγκου, ανταριάζει
κι ευφραίνετ’ η ψυχή της γυναικός

που κάτω του δονείται και σπαράζει
και λάμπει και συσπάται και ιδρώνει
γλεντώντας το, η Φάκα[11], ενώ χαράζει
κι ο Λιάγκος με το Δέος[12] την καρφώνει,

καυτό και αιμοβόρο σαν τσακάλι[13]
κραυγάζοντας στον Ίκαρο που τρώει:
«Φέρε μου, Φίλε, γλήγορα, μιαν άλλη
Ναν τη χαρώ! Και, να χαρείς, να ’ν’ από σόι».

Κι ο Ίκαρος ανοίγει τη φιάλη
του Μέλλοντος το τζίνι να φανεί
να γίνουν χίλια θάματα και πάλι
κι ο Πόθος ποθητά να ποθηθεί.

Κι ο ένας να γαμεί ενώ ο άλλος
να πίνει και να τρώγει καθώς θέλει.
Ευφραίνονται μαζί, ούτως ή άλλως
ρουφώντας της ζωής τ’ άγριο μέλι.





[1] Ευρεθέν «ποίημα», κατά πάσα πιθανότητα το «συνέθεσαν» από κοινού δύο Ηλεκτρολετριστές σε κατάσταση προχωρημένης μέθης, κάτι που συνηθιζόταν δυστυχώς στην Κυψέλη κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990. Χειρόγραφο, σε  εκλεκτό χαρτί Palatina, με άθλιο γραφικό χαρακτήρα, γραμμένο με μελάνι Parker, σε πολυτονικό (αυτό τους μάρανε τους Ηλεκτρολετριστές, το πολυτονικό!), και με την ανεξιχνίαστη, αρχικώς, αφιέρωση: Στον Γιώργο Φαράκλα, για την Γνώση, για την Αλήθεια. [Γράφω «αρχικώς», καθότι νέα στοιχεία για τις «δραστηριότητες» αυτού του Κινήματος/Κυήματος, μαρτυρούν μια παρανοϊκή εμμονή των Ηλεκτρολετριστών με την εγελιανή φιλοσοφία. Περιττό να πω ότι δεν κατανόησαν ούτε την πιο απλή απόφανση του Hegel, παρότι τον διάβαζαν ακαταπαύστως. Πώς να κατανοήσουν οτιδήποτε αφού ήσαν μονίμως τυλιγμένοι στην αχλή της αιθυλικής αλκοόλης. Τέλος πάντων! Ως γνωστόν, ο Γιώργος Φαράκλας είναι μεταφραστής και μελετητής του Hegel εν Ελλάδι. Επίσης, ομοιάζει φυσιογνωμικώς με άλλες δύο «εμμονές» των Ηλεκτρολετριστών: τον παράφρονα Περουβιανό κομμουνιστή José Carlos Mariategui και τον επίσης παράφρονα Χιλιανό «συγγραφέα» Roberto Bolaño].
[2] Αφού υπάρχουν ταινίες/φιλμ τεκμηρίωσης, που εμείς παλιά αποκαλούσαμε ντοκυμανταίρ, γιατί να μην υπάρχει και Ποίημα Τεκμηρίωσης / Ντοκυμανταίρ; Τόσο βλακωδώς σκεφτόταν (και από όσο γνωρίζω, και, πιστέψτε με, γνωρίζω καλά, έπραττε) ο «διπλός ποιητής» ΛΛ & ΓΙΜ.
[3] Όταν, όντως, έτεινε, και εν συνεχεία επετύγχανε να συνευρεθεί μετά θηλυκού συνωμότη ο ΛΛ., ε, όσο να ’ναι, επικρατούσε χάος. Και άρα, χάη. Ο ίδιος το επισημαίνει στις γλίσχρες, φτενές, σχεδόν ανύπαρκτες «ποιητικές» του συλλογές, Στις Επάλξεις του Απείρου και Το Ρυμουλκόν της Οκνηρίας. Αμφότερες δοκιμάζουν τα όρια της λογικής, και της υπομονής ! (Εκδότη δεν αναφέρω, για να μην τον θίξω. Εξάλλου έχει, από καιρό, αρνηθεί, ο εκδότης, και ΟΛΟΙ οι εκδότες άλλωστε, ότι είχε την οποιαδήποτε σχέση με τον ΛΛ, τον ΓΙΜ, και τους άλλους τρεις διασαλευμένους Ηλεκτρολετριστές). Για τους μη γνωρίζοντες: ο Ηλεκτρολετρισμός ήταν ένα χαοτικό και θυελλώδες Λογοτεχνικό Κίνημα/Κύημα πέριξ της Οδού Σύρου στην Κυψέλη, παλαιά, πάνε χρόνια. Κάποτε, για λίγο ευτυχώς, εξαπλώθηκε και στις Οδούς Επτανήσου, Αγίου Μελετίου, Κεφαλληνίας, και Τήνου ακόμα, με στρατηγείο το κακόφημο American bar Aurevoir” και το ακόμα πιο κακόφημο ενδιαίτημα του ΓΙΜ όπου φιλοξενούνταν ο ΛΛ. Οι βασικές αρχές του Ηλεκτρολετρισμού συνοψίζονται στο γελοίο σύνθημα «Πήξαμε στους Ποιητές!» και στο ακόμα πιο γελοίο δόγμα «Αρκετά γράψαμε. Τώρα τους γράφουμε!»
[4] Ενδεχομένως ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, ο ΓΙΜ της σημειώσεως 3, ασύστατος κι ασύστολος τυχοδιώκτης Ηλεκτρολετριστής, που, όπως ξέρουμε, δεν είχε καλό τέλος. Μέθυσος και σινεφίλ, αμετανόητος. Διάβαζε μετά μανίας Hegel και Bolaño σε άθλια καπηλειά. Δεν φτάνουν αυτά, έπαιζε και σκάκι κάποτε.
[5] Ευαγές ποτό άλλοτε. Το αγαπημένο των Ηλεκτρολετριστών. Τώρα, δυσεύρετο. Πάντα, πλέον, κακής ποιότητος ως ποτό, καλό όμως ως καύσιμο σύμφωνα με τους Ηλεκτρολετριστές: «Πας ίσαμε τη Ζυρίχη με δύο φιάλες αν έχεις Σκαραβαίο ή Πεντακοσαράκι», γράφει ο ΛΛ. στο Ρυμουλκό.
[6] Τα λεγόμενα Σαρανταπεντάρια και τα Άλμπουμ ή LP. «Άσε, τρέχα γύρευε τώρα! Αυτό ήταν ακρόαση, αυτό ήταν μουσική!» γράφει ο Λ. στις Επάλξεις.  Σήμερα, μονάχα ξεπεσμένοι, και αραιοί σαν διαδήλωση αναρχοτροτσκιστών, Ηλεκτρολετριστές και μελετητές του Ηλεκτρολετρισμού ακούνε μουσική. Και δη, από LP, από δίσκους.
[7] Άντε πάλι! Πήξαμε στους πότες! Αυτοί οι Ηλεκτρολετριστές πιο πολύ έπιναν και έβλεπαν κινηματογράφο [έχουμε μιλήσει σε προηγούμενο πόνημά μας για τις ολέθριες επιπτώσεις του λεγόμενου σινεμά/κινηματογράφου στην μαθητιώσα νεολαία μας – και θα επανέλθουμε!] παρά έγραφαν. Καλύτερα!
[8] Βλ. Dr Μάνος Γιαννόπουλος,  «Οι Heidegger του Πεζοδρομίου – Δοκίμιο για τους Έλληνες Ποιητές της Χθαμαλής Υπάρξεως & τους Ηλεκτρολετριστές της Κυψέλης», Νέα & Παλαιά Τριφυλία, τεύχος 4ο, Κυπαρισσία, Χειμώνας 2011.  Από όσο ερεύνησα, το μοναδικό δημοσίευμα έως τώρα σχετικά με τον  Ηλεκτρισμό. Και δη, σε επιθεώρηση της Πελοποννήσου. Αναμένεται η έκδοση της διατριβής του γράφοντος Ηλεκτρολετρισμός και Άυλη Δημιουργία – Προάγγελοι του Χάους και Αντιλογοτέχνες στην Μεταπολιτευτική Ελλάδα.
[9] Αυθαίρετη μνεία στον σκηνοθέτη, δοκιμιογράφο, και συγγραφέα Χρήστο Βακαλόπουλο (1956-1992). Προς τι; Ποιος ξέρει;
[10] Ποταπή ηλεκτρολετριστική εκμετάλλευση δύσκολων στιγμών. Και εύκολη. Ποταπή, άρα εύκολη. Εύκολη, άρα ποταπή. Δεν θα κουραστούμε να καταγγέλλουμε τις βδελυρές στιγμές αυτού του απολύτως παρανοϊκού και εκτός τόπου και χρόνου Λογοτεχνικού/Εικαστικού/Αρχιτεκτονικού «Κινήματος».
[11] Προσβλητική (και επαίσχυντη) ονομασία. Ντροπή!
[12] Επίσης επαίσχυντη, επιπλέον δε και κακόγουστη, εξυπνάδα! Αυτή η Απολυμένη Γενιά (απολυμένη από την Ζωή την ίδια, και από την Πραγματική Πραγματικότητα) πάσχισε να τα βγάλει πέρα με ανόσια και ανούσια λογοπαίγνια. Γι’ αυτό: ούτε πούλησε, κι ούτε θα πουλήσει. Ποτέ.
[13] Τι να πω! Slow the eggs, παλικάρια!

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Ύδρα / Το Ποίημα


Ύδρα




Κι η  αργασμένη η φάτσα του χρόνου
Καθώς το πρόσωπο του Μπέκετ
Και να λέω πάλι, Μανχατανάς Πλακιώτης,
Κάλας Ράντο Σπιέρε
Ακονισμένο ατσάλι, μέταλλο ανόλεθρο
Να είσαι και να μένεις




Λάμψε, λες, λάμψε
Λάμψε
Λάμψε, λαμπερό τρελό αστέρι
Λάμψε, λημέρι
Μ’ εξορισμένες τις Όλντσμομπιλ
Και τις Ισπανοσουϊζες
Κι αυτές
Εξορισμένες
Και τις Φορντ
Και τες Μερτσέντες
Μονάχα σοκάκια
Μονάχα η αρμύρα που επέμεινε
Η αρμύρα που επέμενε
Και να που πάλι επιμένει
Η αρμύρα
Κι ο βράχος
Κι οι βράχοι
Τα βράχια
Και να θες
Να λαχταράς
Όχι πολλά
Μα τα πάντα
Όχι ό,τι αρπάξεις
Μα τα τάχα
λιγοστά
Τα
τοσοδούλια
Που,
άκουσέ με,
άκου
Είναι τα όλα
Όλα

*

Κλείσε τα μάτια
Άσε το ζάρι
Άκου τον πετεινό
Φέρε τον πεσσό
Σ’ εκείνο
το
τετραγωνίδιο
το
ταπεινό
Που
κάνει
Σαχ
Που
κάνει
Ματ
Κερδίζει
Αναπάντεχα, θαρρείς
Μα όχι,
Όλα εκεί
Είναι
Όλα
Όλα
Από παλιά
Εκεί
Αιώνες τώρα
Χιλιετίες
Εκεί
Κερί
είναι
Κεράκι
Εκεί
Και
ξορκίζει
φθορά και κακό
εκεί
Άκου,
και χαμογέλασε,
και λάμψε!
Λάμψε
Λάμψε
Αστέρι
Λάμψε
Και
Λάμψε
Και
Λάμψε
Λημέρι

*

Μια χούφτα ελιές
Δυο ντομάτες
Λιαστές
Λίγο τυρί
Λίγο ψωμί
Τσίπουρο
κρασί πολύ
Και
τα
Γαλάζια
Άτια
του
Έρωτα


*   *   *


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Ύδρα, 07/07/2011

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Checkpoint ΧΝΑΡΙ


Checkpoint Χνάρι

[Ένα Λεκτικό Ντοκυμανταίρ του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη]




Και κάποια στιγμή μέσα στο απόγευμα, το θυμάμαι όπως θυμάται κανείς
ένα μυστηριώδες μεθύσι

Roberto Bolaño

Τόπος. Ίχνος. Χνάρι. Ζούμε για να κατασκευάζουμε αναμνήσεις, δεν είμαστε παρά το σύνολο των χώρων και των χρόνων που μας αρμόζουν και τους αρμόζουμε, που τους αρμέγουμε και μας αρμέγουν, έτσι δεν είναι, τι άλλο έχουμε δικό μας εξόν από τις πλατείες και τα σοκάκια, εκτός από τα δευτερόλεπτα και τις αιωνιότητες που είναι τα δευτερόλεπτα σαν τα τανύσεις δεόντως, σαν τα ζήσεις με την ψυχή σου όλη, σαν τα λατρέψεις για όσα ήξεραν να σου δώσουν, αυτά τα λαμπερά και δίχως πάτο, δόξα σοι, σφηνάκια  χρόνου.
Οι δικοί μας τόποι, τα δικά μας ίχνη, τα δικά μας χνάρια: μερικά American bar στην Αθήνα – ένα το ύμνησε μοναδικά/βραχνά/τραχιά ο Λευτέρης Πούλιος, με ήρωα τον Παλαμά, ένα άλλο στέκει ακόμη αγέρωχο στην Πατησίων~ μερικά ουζερί και τσιπουράδικα όπου, θα ’λεγε κι ο Βάρδος του Έιβον, χαλάγαμε εμείς τον χρόνο, κι ο χρόνος χάλαγε εμάς~ και μισή ντουζίνα βιβλιοπωλεία, το καθένα να γίνεται με τον καιρό θρύλος, αφού πρώτα έγινε φάτνη και λίκνο και στέκι.
Checkpoint Χνάρι, τότε που λατρεύαμε ακόμη το Βερολίνο, μέσα από τα μάτια του David Bowie και τους γδαρμένους ήχους του Low και του “Warszawa”, ενώ ο Brian Eno θήτευε στις στρατηγικές της Αόρατης Γενιάς και της Ύστατης Αυτοσχέδιας Ακαδημίας. Ξέραμε από αναρίθμητες κατασκοπευτικές ψυχροπολεμικές ασπρόμαυρες ταινίες το Checkpoint Charlie, κι είχαμε βαφτίσει, ανάμεσα σε προπόσεις και τσουγκρίσματα Checkpoint Χνάρι το μικρό τεράστιο δύο επί τρία πελώριο Χνάρι, το Μέλαθρο της Κιάφας, το Υπόγειο Υπερώο θα το ’λεγε, όπως είχε πει το Μαγικό Κελί του ο Καρούζος, το Λούνα Παρκ των Χάρτινων Ονείρων μας, το βιβλιοπωλείο του Τσιλδερίκη, το Χνάρι.
Τι ταιριαστό Checkpoint, τι αλάνθαστο Σημείο Ελέγχου, τι εθιστικό/μεθυστικό Παρατηρητήριο του Ουρανού. Δίπλα να είναι το Πανελλήνιον, καφενείο όλο μάρμαρο και ξύλο, γεμάτο σκακιέρες και πεσσούς, είχε περάσει και ο Ανατόλι Κάρποφ από εκεί, γενειοφόροι διανοούμενοι αντιφρονούντες σε όλους και σε όλα, ασημένια στοχαστικά μουσάκια αλά Τρότσκι και στρογγυλά γυαλιά, παλαιοί λαιμοδέτες και πέτσινα μαύρα μπουφάν, πατατούκες και νιτσεράδες και μάλλινοι σκούφοι, κίτρινοι δείκτες και μέσοι από το ακατάπαυτο μπλουζ της νικοτίνης, και βλέμματα πεπειραμένης χλεύης πάνω από τα τετραγωνίδια του αναίμακτου πολέμου. Κι απέναντι, ο Σίσυφος, νεύμα στον Camus, αλλά και κλείσιμο ματιού σε μιαν ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική που έμπαζε στο σέικερ της έμπνευσης ταινίες του Τατί, μεζονέτες του Αμστελόδαμου και κάτι pop-art πολύ κοντά στον Warhol και τους Velvet Underground.
Το Τρίγωνο του Σαματά (του μύχιου, του έσω σαματά): books and chess and rocknroll: βιβλία στο Χνάρι, γκαμπί και ροκέ στο Πανελλήνιον, καμπάρι/μπίρες/ούζο και ροκιές στον Σίσυφο. Όλες οι ηλικίες, σου λέω, εκεί: ο ίδιος ο Κακομοίρας του Τσίρκα και της Χαμένης Άνοιξης και τα συντρόφια του, πιτσιρικαρία από τη Νομική και τη Φιλοσοφική που αναζητούσανε νοήματα στον Μάη του 68 (μόλις δέκα χρόνια ήταν η επέτειος τότε, φαντάσου!), λίγο πιο ενδιάμεσοι, κάτι μεταξύ Γενιάς Πολυτεχνείου και Γενιάς Χρήστου Βακαλόπουλου που κυνηγούσανε στο Χνάρι ό,τι καινούργιο μυστηρίου έβγαινε και όλα του Roland Barthes και τα συναφή, κυρίως από τις Εκδόσεις Ράππα, κι εμείς, ω εμείς, οι Αγέρωχοι Εθελούσιοι Σακάτηδες Πριν την Ώρα μας, κάτι ψευτορυτιδιασμένοι τσόγλανοι που περνιόμασταν (εντός μας) για μεσόκοποι συνάδελφοι του Mailer σήμερα, για ξεχασμένα αλλά περήφανα ανιψάκια του Μάριου Χάκκα χθες, για ανταριασμένοι εντολοδόχοι του Bukowski αύριο, και στις δικές μας Κυριακές/Εορτές/Αργίες/Άγιες-και-Άγριες Μέρες για Μυστικοί Πράκτορες της Λογοτεχνίας του Μέλλοντος Αιώνος Αμήν, έχοντας, μαθές, κλείσει στα κρυφά συμφωνίες με τον Thomas Pynchon αυτοπροσώπως, και σουτ και τσιμουδιά και κιχ, εμείς μονάχα εμείς να ξέρουμε όλες τις τεχνικές εναέριες λεπτομέρειες και τα υποχθόνια τεχνάσματα βυθού του Ουράνιου Τόξου της Βαρύτητας και τις μαγικές διασυνδέσεις με την Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής, καθότι ο Πεντζίκης είναι ο Πύντσον, και δεν είναι ο Pynchon ο Bob Dylan όπως ήθελαν να διαδίδουνε οι άσχετοι/άκαπνοι/αμούστακοι.
            Στο μεταξύ, ο Τσιλδερίκης διατηρούσε πάντα βελούδινη τη φωνή του, μόνιμο το μειλίχιο χαμόγελό του, αδάμαστο το κέφι του, και κράταγε σε απόσταση ασφαλείας, μακριά από το Χνάρι, κάθε ίχνος πεσιμισμού και ανοησίας.


[Συνεχίζεται]

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Αθήνα, Αύγουστος 2011


Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Samuel Beckett / The Poem

Μνήματα Μηνύματα



[στον Χρήστο Αγγελακόπουλο]

Πιάσε κόκκινο
Πιάσε Ποίημα
Με ρεμπέτη
Στο κουρμπέτι
Με Μπεκέτη
Με σεκλέτι

*

Πλέξε
παίξε
μπλέξε
Λέξεις
ξανά
και
πάλι πάντα πλέξεις
Πες
πάλι:
Μνήματα Μηνύματα
Πες:
Νομικά Μόνικα
Λέγε,
λέγε,
λέγε:
Σφίξιμο/Σμίξιμο
Πύλη/Λύπη
(μας το ’πε ήδη
ο
άλλος,
βαρίδι)

*

Για λέγε:
Συγκρότηση
&
Συγκράτηση
Για πες
(πάλι, πάλη):
το Δώρο
 του
Ρόδου
Ή
εκείνο
το
αλησμόνητο:
Στο
Ελ Αλαμέιν
Έλ’ αλλά μείνε!

*

Και το
(χαχαχαχαχαχα)
Του
άλλου
του
Του
γιου
Με
προφοράν
εγγλέζικη
και
βλέμμα βρεμένο βύνη

*

Το άλλο πάλι!
Έθνος
Σθένος
Λειψό
ένα σίγμα
Και
Το
Μήλα
Μίλα,
ανορθόγραφο
ενώ
το:
Αλλά
Άλλα,
ακέραιο
και
ορθογραφικά
και
κατοπτρικά
και
κυρίως
φιλοσοφικά.

*

Μηνύματα
Μνήματα,
λοιπόν,
αλλά και,
ολοταχώς:
Αλλά
Άλλα!


*   *   *


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Ύδρα/Αθήνα, Ιούλιος 2011






Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Bob Dylan / Σε λίγες ημέρες ΓΕΝΕΘΛΙΑ !


Sunday


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ TON
ΓΙΩΡΓΟ- ΙΚΑΡΟ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗ 
ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «SUNDAY»

[2006]




1.     Πότε θυμάσαι να πρωτοάκουσες και ποιο τραγούδι του Μπομπ Ντύλαν;
Το 1975, στον Βόλο, αυτήν την τότε υπέροχη πόλη. Ήταν το “One more cup of coffee” από το άλπμουμ “Desire”.

2.     Τι σου έκανε εντύπωση;
Η βραχνή, σπαρακτική και, συνάμα, ειρωνική φωνή, η ενορχήστρωση, ένα απίθανο βιολί που σε διαόλιζε, η διάθεση ν’ ανάψω τσιγάρο πάραυτα και να γίνω μανιώδης καπνιστής έκτοτε, ένα αεράκι ελευθερίας, μια μαγεία που ήταν τότε ανεξιχνίαστη~ και παραμένει.

3.     Ο Ντύλαν γράφει τραγούδια σαράντα χρόνια σχεδόν με περάσματα από ένα ύφος σε άλλο, περπατώντας μάλλον σε πολλούς δρόμους. Το έργο του και η πολυτάραχη ζωή του δεν ήταν μάλλον ένα πράγμα, ή τελικά είναι;
Είναι! Κάθε μεγάλος καλλιτέχνης ουσιαστικά εκφράζει την στιγμή, το κάθε δευτερόλεπτο μπροστά του, τα πάθη και τις προσηλώσεις του. Ο Ντύλαν αυτό κάνει τόσες δεκαετίες, λέει ό,τι νιώθει, και το λέει ακέραια, κρίσιμα, με έναν τρόπο που μας κάνει κοινωνούς, συνένοχους, συμπότες, συνταξιδιώτες. Ταξίδι είναι η Τέχνη, συνενοχή είναι η Μουσική.

4.     Τον παρακολουθείς τόσα χρόνια. Γιατί σου αρέσει;
Με σαγηνεύει, με ξετρελαίνει, μου δωρίζει άλλοθι για να είμαι ωραίο κάθαρμα χωρίς πολλούς ενδοιασμούς. Προσφέρει ένα φωτοστέφανο σε έναν πείσμονα αμαρτωλό, μιαν άλω αγιότητας σε έναν μανιακό κακούργο της καθημερινής ζωής. Δεν είναι και λίγο, ω, όχι, δεν είναι διόλου λίγο!

5.     Κάποιοι λέμε ότι οι στίχοι του είναι ποιήματα. Ποιο είναι για σένα το δυνατό επιχείρημα που το αποδεικνύει;
Ο συνδυασμός λεκτικών παιγνίων και άμεσων εικόνων. Κάτι που έχουμε να απολαύσουμε από την εποχή του Σαίξπηρ.

6.     Έχει κατηγορηθεί ουκ ολίγες φορές ότι από κάποιον κάτι πήρε, ένα στίχο, μια ιδέα.
Και λοιπόν; Ποιος μεγάλος δημιουργός δεν έχει κατηγορηθεί από τους αξιοθρήνητους πυγμαίους, από τους ιλαρούς νάνους;

7.     Το ότι έχει πει πολλές φορές ο ίδιος ότι  έχει διαβάσει πολλή λογοτεχνία και όχι μόνο, δεν είναι τυχαίο ότι από ένα Ουαλό ποιητή, τον Ντύλαν Τόμας, πήρε το όνομά του, ούτε το ότι διάβασε από Ρεμπώ και Τολστόι μέχρι Θουκυδίδη. Νομίζεις ότι επέδρασε καθοριστικά αυτό στο έργο του και πώς;
Βεβαίως! Διαβάζοντας, βρίσκει κανείς τους δικούς του, τα γκαρντάσια του, αυτούς που του κάνουνε παρέα όταν πέφτει η νύχτα και όταν ο περίπατος γίνεται γλυκιά αλήθεια του έσω σεβντά του, του πιο ευατένιου εαυτού του. Ο Ντύλαν είχε την καλογουστιά να διαβάσει τους καλύτερους. Κι αυτό τον έκανε καλύτερο, όμοιό τους κι αδελφό τους.

8.     Έχοντας διαβάσει την αυτοβιογραφία του, βλέποντας το ντοκιμαντέρ που έφτιαξε για αυτόν ο Σκορτσέζε τι θυμάσαι πιο έντονα απ’όλα;
Την αγάπη του για τη Νέα Υόρκη! Το ότι έμεινε εκεί, έμεινε σε ό,τι τον καθόρισε όταν, πιτσιρικάς, ήρθε σε επαφή με το ωραίο, το μεγάλο, και το αληθινό, και δεν άλλαξε, έκτοτε, ρότα.

9.     Ποιο ήταν το ζητούμενό σου όταν μετέφραζες τους στίχους για την έκδοση του βιβλίου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ;
Να μην προδώσω ούτε δευτερόλεπτο την ευγμνωμοσύνη μου για τα όσα καλά και λυτρωτικά άρπαξα απ’ τον Ντύλαν. Να μην ξεχάσω πώς παλλόμουν, πώς αγαπούσα, πώς ερωτευόμουν στα δεκαπέντε και στα δεκάξι μου, να μην πάψω να έχω αδιάκοπα στο μυαλό μου την Μόνικα, τον Γιάννη, την Μάνια, τον Βασίλη, την Αννίτα, και όλα τα άλλα παλικάρια του Βόλου, που άκουσαν κάποτε, και συνεχίζουν ν’ ακούν, μαζί μου τον Ντύλαν.

10. Μεταφράζοντας έμπαινες πιο βαθιά στο εργαστήρι της ποιητικής του; Πώς ήταν;
Κόλαση και Παραδεισος! ‘Ετσι, αυτό, ναι, έτσι και αυτό, Κόλαση και Παράδεισος  ήταν!

11. Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία;
Το να απέχω από το ποτό, να μην απολαμβάνω όσο θα ήθελα το αγαπημένο μου ιρλανδέζικο ουίσκι.

12. Δουλεύοντας για το βιβλίο αυτό, ανακάλυψες πράγματα που δεν ήξερες πριν παρόλο που μάλλον έχεις ακούσει πολλές φορές όλα του τα τραγούδια;
Ανακάλυψα, και εδώ οφείλω πάλι να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον Ντύλαν, και να ευχαριστήσω τις εκδόσεις Ιανός, ότι μπορώ ακόμη να θυμάμαι κάτι παμπάλαια ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια της νιότης μου, καθώς και να παίζω με τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας.

13. Στιχουργικά ποιο θεωρείς το αριστούργημά του; Ο πρόσφατος δίσκος του, πώς σου φάνηκε;
Το “Like a Rolling Stone”. Από τα σπουδαιότερα άσματα όλων των εποχών. Φυσικά, θεωρώ αριστούργημα την τελευταία του δουλειά.

14. Δεν ακούστηκε πολύ στην Ελλάδα, στα ραδιόφωνα . Λάθος κάνω; Τι νομίζεις πως φταίει;
Δεν κάνεις λάθος. Απλώς, και το έχω ξαναπεί δημοσίως, το ελληνικό ραδιόφωνο σήμερα έχει τα χάλια του. Είναι αίσχος και ντροπή να είμαστε εκτός ραδιοφώνου ρέκτες σαν εμένα, τον Θοδωρή Μανίκα, τον Κώστα Γεωργίου. Αίσχιστο αίσχος και ντροπώτατη ντροπή! Πάλι καλά που υπάρχει ο Πετρίδης ακόμη, πάλι καλά!

15. Εκτός από Μπομπ Ντύλαν, τι άλλο ακούς πολύ; Ακούς μουσική και όταν γράφεις δικά σου κείμενα; Τα λόγια έχουν μουσική;
Τους... συναδέλφους: Λεονάρδο Κοέν, Βαν Μόρισον, Νηλ Γιανγκ, Τομ Γουέιτς, Νικ Κέιβ. Και πάντα, τζαζ και κλασική.

16. Αγαπάς τη μουσική, το γράψιμο, την ποίηση, το σκάκι από μικρός και κάποτε μπήκε στη ζωή σου το μποξ. Αυτό πάλι πώς χώρεσε δίπλα στα άλλα; Είναι το «ζειν επικινδύνως» στην πράξη; Όλα μεταξύ τους έχουν σχέση;
Αυτή η ιστορία με το μποξ είναι λίγο παραμύθι, για το οποίο όμως δεν ευθύνομαι εγώ. Έχω σπασμένη μύτη, τσακισμένο πλευρό, και άλλες απώλειες, αλλά ο υπεύθυνος είναι ένας παλιόφιλος απ’ την εφηβεία και τον Βόλο. Το σκάκι, άλλωστε, είναι πολύ πιο επικίνδυνη μανία από την πυγμαχία. Πάντως, ναι, όλα έχουν μια σχέση μεταξύ τους, όλα έχουν να κάνουν με την μουσική και τη χορογραφία της καθημερινής ζωής μερικών ανθρώπων που ήξεραν, και ξέρουν ακόμη, να συνδυάζουν την περιπέτεια της ποίησης με την ποίηση της περιπέτειας,

17. Το τραγούδι του Ντύλαν που έχεις ακούσει τις περισσότερες φορές;
Το “It ain’t me, babe”.

18. Το τραγούδι που δεν θα έλειπε από ένα πρόγραμμα που έκανες ως dj;
Το “Knockinon Heavens Door”, δεν θα έλειπε! Ποτέ!

19. Ο στίχος του που σε παίδεψε περισσότερο;
Το “This Wheels on Fire, που το έκανα, ύστερα από πολύ βάσανο, πολλή σκέψη, πολλά ουίσκι, «Βρέχει Φωτιά Στ’ Αμάξι Μου».

20. Τι του ζηλεύεις πιο πολύ;
Την Σούζι Ρότολο, μια παλιά, παμπάλαιά του ερωμένη, όταν έκαναν βόλτες παρέα, αμέριμνοι, ανέμελοι, ανεπρόκοποι στην τότε Νέα Υόρκη!