Παραδειγματική Πραγματεία Περί Πραμάτειας Παυλόπουλου
Πώς λέγαμε παλιά, τα Πέντε Φι, ήτοι ΦΦΦΦΦ, που σημαίνει Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε, έχουμε τώρα, ελέω Άγρας, νυν τα Πέντε Πι, ήτοι αυτό που βλέπετε παραπάνωθι ως τίτλο.
Παυλοπλούς Παραστάτου
Μ’ αρέσει το Πι όπως Περιπέτεια, όπως Περιέργεια, όπως Πείσμα, όπως Ποίηση. Όπως, Παυλόπουλος. Ο οποίος Παυλόπουλος είναι από κείνους τους ζωγράφους που όχι μονάχα τους αγαπάω, αλλά και μου είναι (πάλι το Πι) Πολύτιμοι. Και μου είναι πολύτιμοι καθόσον με υποχρεώνουν, ύστερα από το γλεντοκόπι των αισθήσεων που σημαίνει κάθε επαφή με το έργο τους, να σπαζοκεφαλιάσω, λες και είμαι ο Φίλιπ Μάρλοου και έχω να τα βάλω με τον Καπαμπλάνκα, λες και όλες μου οι βεβαιότητες έχουν πάθει ένα σοβαρό στραπάτσο, λες και τα όσα γνώριζα είτε επιβεβαιώνονται εκκωφαντικά (πράγμα ύποπτο, πράγμα που σε οδηγεί καρφί ξανά στην αμφιβολία), είτε αργοσβήνουν σ’ έναν λυγμό και ύστερα χάνονται στη σιωπή (πράγμα που σημαίνει ότι τα όσα γνώριζα δεν ήσαν και πολύ σόι), να σπαζοκεφαλιάσω, έλεγα λοιπόν, σκεπτόμενος τι είναι η Τέχνη σήμερα, τι είναι η Ζωγραφική το 2010, ύστερα από την τόσο ύπουλη επέλαση του Marcel Duchamp, τι θα πει ξημερώνομαι γράφοντας/ζωγραφίζοντας/φτιάχνοντας μουζικούλες, πόση αθωότητα μπορεί να μας έχει απομείνει, πόση τρέλα (άραγε πόσο “Still Crazy After All These Years”;) χωράει ακόμη, πόση αγριεμένη και συγκινημένη συνάμα, μα και τσακισμένη και πολλαχώς ματαιωμένη υπομονή κι επιμονή, όπως μας έλεγαν και οι παλιές καλές δασκάλες, χρειάζεσαι πια για να μπορείς να κάνεις ποίημα, να κάνεις πίνακα, να κάνεις τραγούδι; Άσε που, καμιά φορά, σε πλακώνει στις γρήγορες, και τις γερές, κι ένα αναπόδραστο «για τι;», «προς τι;», κι εκεί το πράγμα μπορεί και να ξεστρατίσει απηνώς, και η λεωφόρος προς την παραίτηση να ανοιχτεί μεταμφιεσμένη σε κούκλα πεντάμορφη κι ωραία, ενώ είναι, για όσους ξέρουν κι εννοούν, κακάσχημη και μέγαιρα και στρίγκλα.
The Case for a Tragic Optimism
Τι κάνει, σήμερα, στο αλλόκοτο νυν που ζούμε, ένα έργο τέχνης να είναι σημαντικό, να σημαίνει κατιτίς, να έχει νόημα, να γυρίζει τα πάνω-κάτω, να κλείνει το μάτι στον νοήμονα που το δεξιώνεται, να σκαμπιλίζει με γέλια ομηρικά και με δύναμη ευφρόσυνη τον αδαή κι αναίσθητο, να διαισθάνεται το μέλλον, ίσως και να το πλάθει με τη μόνη πλαστική δύναμη που έχει ανέκαθεν η Τέχνη, ήγουν την Πανουργία της, την οδύσσεια List der Vernunft, το πολύτροπον, το κάνω-την-πάπια-αλλά-σας-την-έχω-στημένη, το (και εδώ είναι θαυμαστά ακριβής ο λαϊκός λόγος) στρίβειν-διά-του-αρραβώνος, αλλά, και το, άμα λάχει, πάμε πόλεμο και μας τυλίγουν (ω Γκιγιώμ!) το κεφάλι στους επιδέσμους (ω Απολιναίρ!), ή, επίσης άμα λάχει, κάνουμε και θέατρο στο Βουνό, ή μένουμε στη Γαλλία και προσχωρούμε στην Αντίσταση ενώ κάλλιστα θα μπορούσαμε να πίνουμε τα ουίσκι μας στο Δουβλίνο, και πάει λέγοντας.
Πάει, όντως; Λέγοντας, όντως; Η του λαού σοφή σοφία λέγει: Τα λόγια κώλο δεν τρυπούν, που σημαίνει άμα δεν περάσεις από το ένδον σκάπτε του Μάρκου Αυρήλιου στο του Μάρκου Rothko I can communicate those basic human emotions, δουλειά δεν γίνεται, άσ’ το καλύτερα, και στρέψου σε άλλα επιτηδεύματα, μην βρεις ούτε κι εσύ κάναν μπελά, μα ούτε και οι καλοί οικείοι σου, ή, άλλωστε, και τα ίδια τα λόγια μη βρουν κάναν μπελά (διότι τα λόγια δίχως τους φέροντες οργανισμούς των πράξεων δεν είναι μονάχα πτερόεντα είναι και πτερωτά από πάνω).
άσε το άστρο να διορθώσει το άστρο
Πάμε παρακάτω (πάλι Πι & Πι), ή μάλλον, σχεδόν το ίδιο είναι, πάμε παραπίσω: στα 1998, και δη στις 15 Απριλίου, ο Παυλόπουλος διατείνεται: «Η Τέχνη είναι σαν ένα μακροβούτι… παίρνεις βαθιά ανάσα… βουτάς… τότε μετράει η ‘τεχνική’… τα γερά πνευμόνια…». Λαμπρά (καίτοι, ως λέγει ο Μέγας Ταξιάρχης των Ήπιων Ολέθρων, «Αγαπώ τη θάλασσα, αλλά μόνον το χειμώνα, και πάλι από πολύ μακριά κι από ένα κορφοβούνι»). Μολοντούτο, ας ρίξουμε μια ματιά, για να δούμε πώς λειτουργεί η προειρηθείσα List der Vernunft, ας λέμε Δόλος του Λόγου, σε κάτι που ειπώθηκε γύρω στα τριάντα χρόνια πριν από την παυλοπούλεια απόφανση, και έλαμψε στα υγρά μας μάτια ακριβώς είκοσι έτη πριν από τώρα δα που γράφω τούτο δα, ήτοι τον Δεκέμβριο (έλαμψε) του 1988: «Από το 1902 μέχρι το 1910, κολύμπησα αρκετά. Οχτώ χρόνια κολυμβητικών ασκήσεων». Αυτή η μεταφορά (κι ας με διορθώσει ο Βαγγέλης Μπιτσώρης, αν δεν είναι απλώς μεταφορά, αλλά μετά-φωρά, ή ίσως μετά-μεταφορά, ή, ενδεχομένως, «Εκδρομή-Μεταφορά: Ο Μήτσος»), αυτή, λοιπόν, η τελοσπαντωνμεταφορά, καλλιτεχνικής εργασίας/θαλάσσιας κολύμβησης, μας μεταφέρει είτε στη Λιμναία Οδύσσεια –ένας πλην πλους, πάντως πλους–, είτε στο πιο παυλοπούλειου χιούμορ παμπάλαιο ρηθέν, ιδίως όσο έχει να κάνει με καλλιτεχνικές φιλοδοξιστορίες, «Σκάσε και κολύμπα!» Που σημαίνει, και πάλι, άσε τα λόγια, άσε τα κονστράκσιον, ντεκονστράκσιον, άντερκονστράκσιον, αντερεκονστράκσιον, πιάσε πινέλο, στήσε καμβά, πάρε ανάσα, τράβα τζούρα, ξέχνα τα πάντα, θυμήσου τα όλα, πάψε να είσαι, σταμάτα να μην είσαι, γίνε, χάσου/χώσου/χύσου, ρημάξου/τσακίσου/φτύσου, σήκω/πέσε, πέσε/σήκω, άναψε το μάτι, φτιάξε καφέ/άνοιξε το μάτι, κάνε γαλάζιο το καφέ, βγες απ’ το χρώμα, Η Ζωή Δεν Έχει Πώμα (Καρούζος), αφηνίασε, στο μηδέν πλησίασε, πιες το κρασί/στάλα χρυσή/απ’ την ψυχή/ως τη ψυχή (Χατζιδάκις).
Ο Γκαούρ και ο Τζιμ Άνταμς επαναπατρίστηκαν
και ο Σπίθας
δεν δέρνει τους Γιαπωνέζους…
Τι Υπέροχο που Είναι Να Είσαι Αθώος!
Τι Αθώο που Είναι Να Είσαι Υπέροχος!
Το Παν είναι να Παραμείνουμε Άνθρωποι, και ν’ αγαπάμε τον Παυλόπουλο
ως Βούληση και ως Αναπαράσταση!
Όχι στο solo ipso, ναι, επί τέλους στο Σόλο Ύψος (και Ύφος)!
Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι αυτός, ο Πάρα Πολύ Πολύτιμος που μου έμαθε τον Μέγα Arslan!!!
Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι Ωραίος Ζωγράφος
και έχει Ωραίο Βλέμμα
όταν ζωγραφίζει
αλλά και όταν
Πίνει Πάλι Πολύ
ωραίο βλέμμα έχει.
Εξάλλου, ως είπεν ο Νικολάι Γκόγκολ,
ο Ναπολέων είναι μέγας στρατηλάτης
αλλά αυτός δεν είναι επαρκής λόγος
για να σπάμε τα έπιπλα!
Ο Ντανταϊσμός ήταν μια πνευματική ανταρσία
Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι δεδηλωµένος λάτρης του Dada. Αλλά, προσοχή: σε καµία περίπτωση δεν είναι ένας µεταντανταϊστής. Ούτε βέβαια κάποιος κατά σχεδόν έναν αιώνα καθυστερημένος µιµητής των τρόπων του Dada. (Είχαμε πήξει κάποτε από ενοχλητικούς ανθυποµιµητές των όσων μπόρεσαν να κομίσουν στην Τέχνη και στην Επανάσταση, ή και στις δύο, αυθεντικοί πρωτοπόροι όπως ο Αρθούρος Κραβάν, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Μπενζαµέν Περέ, ο Φρανσίς Πικαµπιά, ο Μαρσέλ Ντυσάν, και τόσοι άλλοι). Ο Παυλόπουλος, απεναντίας, προχωρεί, µε τα χρόνια, σε ένα γόνιµο διάλογο µε τα επιτεύγµατα του Dada, αντλεί από αυτά, τα μπολιάζει µε λογισμό και µ’ όνειρο, τολμάει να τα βάλει να συνομιλήσουν µε άλλα επιτεύγµατα άλλων τρόπων, ρυθμών, μεθόδων, και γεμίζει εν συνεχεία µε όλα τα χρώματα τον τόπο του κρανίου του, εκείνο το ευλογημένο μύχιο στούντιο της Αληθινά Αληθινής Αλήθειας, της Πραγματικά Πραγματικής Πραγματικότητας, ήτοι εκείνο το αμπρί, εκείνο το χαράκωμα, εκείνο το φωτερό και λυτρωτικό, από τουλίπες και ορχιδέες καµωµένο οδόφραγµα όπου μαίνεται λυσσαλέα ο πόλεµος ανάµεσα στους πολυάριθµους κακάσχημους κακοµούτσουνους κανάγιες και στους αγγελόµορφους happy few.
Αυτό όμως που ανεξίτηλα μένει επάνω μου
είναι το σημάδι
που μου ’κανε ο Ζορρό.
Έστω και τώρα
πρέπει να του το ανταποδώσω…
Κάθε φορά που αντικρίζω και απολαμβάνω έργα του Παυλόπουλου (είτε σε γκαλερί, είτε σε λευκώματα και βιβλία, είτε στους τοίχους, αλλά και στο καζανάκι της τουαλέτας, του τζαζ καλλιδροµιακού ουισκάδικου «Ο Ένοικος», όπου κάψαμε κάμποσα χρόνια της ζωής µας και αρίφνητα εγκεφαλικά κύτταρα για να γίνουμε ακόµα πιο ανθρώπινοι, βεβαίως βεβαίως), µου έρχονται τρία πράγματα στο ελβετικό τυρί που είναι ό,τι απέμεινε από τον κάποτε κραταιό εγκέφαλό µου:
Πρώτον, ότι θεωρώ τον κρανίου τρόπο του εν λόγω καλλιτέχνη απέναντι στους προδρόμους του ως βέβηλο σεβασμό και σεβάσμια βεβήλωση. Που σημαίνει, όπως κάνουν πολλά παιδιά µε τα καινούργια τους και αγαπημένα τους παιχνίδια, θαυμάζω, χαλάω, διαλύω για να δω τι έχει μέσα (έτσι λέγαμε, μικρά σαν ήμασταν), και συναρμολογώ εκ νέου, µε άλλη διευθέτηση, δική µου, του γούστου µου προσωπική µου, τα κοµµάτια από διαφορετικά παιχνίδια για να φτιάξω ένα καινούργιο, πρωτόγνωρο, καινοφανές.
Δεύτερον, ότι είχα διαβάσει κάποτε, κατάπληκτος από τη σπάνια ευστοχία του κριτικού, πως τα τραγούδια του Τοµ Γουέιτς έχουν την ιδιαιτερότητα να σου φαίνεται ότι τα έχεις ξανακούσει, κάπου, κάποτε, και τα έχεις ήδη κάνει κτήμα σου, τα φέρεις στο µυαλό, στην καρδιά, και σ’ όλο σου το µυϊκό σύστηµα, ακόµα κι αν είναι από τον τελευταίο του δίσκο και τ’ ακούς πρώτη φορά, και έχεις επίγνωση φυσικά ότι τ’ ακούς πρώτη φορά. Όπως ο Γουέιτς χάνεται στους ρυθµούς και τις µελωδίες του Βαθέως Νότου, στα περίτεχνα κοσµηµένα µε λαϊκά µοτίβα µουσικά δηµιουργήµατα του Κουρτ Βάιλ, σε ακατάσχετους κι ακατάστατους ήχους της µεγαλούπολης, σε λαϊκά χαµούρικα τραγούδια που ακούγονται στα µπορντέλα, αλλά και σε θορυβώδεις εκρήξεις ενός αβανγκαρντίστα όπως ο Καρλ Χάιντς Στοκχάουζεν, για να τα κάνει ένα, να τα κάνει δικό του, καινούργιο, πρωτάκουστο ήχο, έτσι και ο Παυλόπουλος γυροφέρνει στα συνήθως κακόφηµα στην εποχή τους σοκάκια της αδάµαστης και ιδιοσυγκρασιακής δηµιουργικότητας, στα παιδικά περίτεχνα εικαστικά παίγνια του τύπου «Πού είναι ο Γουόλυ», σε λαϊκές ζωγραφιές που κοσµούσαν κάποτε τα καφενεία, αλλά και σε µιαν ανεστραµµένη (µε την έννοια της αναστροφής που επιχείρησε ο Μαρξ στη διαλεκτική του Εγέλου ώστε να σταθεί όπως πρέπει) pop art, στην οποία προσδίδει ένα ανατρεπτικό νόηµα που δεν είχε, και ενδεχοµένως δεν ήθελε να έχει, ούτως ώστε να κάνει τούτο τον διόλου τυχαίο αχταρµά δικό του και να µας τον προσφέρει δυναµικά, αναπαλαιώνοντας ό,τι είχε σηµασία και σκουπιδιάζοντας (γουστάρω, αίφνης, γκαγκάν ορολογία) ό,τι δεν άξιζε παρά να σκουπιδιαστεί.
Τέλος, και τρίτον, µου έρχεται στο µυαλό, ίσως µέσα από τη διαδικασία κάποιας ποτισµένης στην αιθυλική αλκοόλη συνειρµικής ψευτο-συναισθησίας, η δουλειά ενός σηµαντικού έλληνα λογοτέχνη, του Παναγιώτη «Πητ» Κουτρουµπούση, ο οποίος, καθώς ξέρω, λατρεύει επίσης το Dada και, στα ακαριαία, εξόχως πρωτότυπα και γεµάτα ψυχωφελές χιούµορ αφηγήµατά του, το µπολιάζει µε διαβάσµατα από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, µε τα εξωφρενικά κατορθώµατα των ηρώων της λεγόµενης παραλογοτεχνίας, µε τον Καραγκιόζη, µε τα νουάρ της «Μαύρης Μάσκας», µε υψηλές αλλά και ξεφτιλέισον στιγµές της επιστηµονικής φαντασίας, µε την υβριδική γλώσσα κάποιων παµπάλαιων µεταφράσεων έργων του Ιουλίου Βερν και µε την αργκό των ρεµπέτηδων. Το νόστιµο εν προκειµένω έγκειται στο ότι µοιάζει ασφαλώς ο ζωγράφος Παυλόπουλος να είναι το εικαστικό αντίστοιχο του συγγραφέως Κουτρουµπούση, και αντιστρόφως, αλλά επίσης συµβαίνει ο Κουτρουµπούσης να ζωγραφίζει κιόλας, και µάλιστα πολύ καλά, ο δε Παυλόπουλος να γράφει επίσης, και µάλιστα, ξανά επίσης, πολύ µα πολύ καλά!
Μου έχανε τον εαυτό μου…
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Δεκέμβριος 2009