Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Checkpoint ΧΝΑΡΙ


Checkpoint Χνάρι

[Ένα Λεκτικό Ντοκυμανταίρ του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη]




Και κάποια στιγμή μέσα στο απόγευμα, το θυμάμαι όπως θυμάται κανείς
ένα μυστηριώδες μεθύσι

Roberto Bolaño

Τόπος. Ίχνος. Χνάρι. Ζούμε για να κατασκευάζουμε αναμνήσεις, δεν είμαστε παρά το σύνολο των χώρων και των χρόνων που μας αρμόζουν και τους αρμόζουμε, που τους αρμέγουμε και μας αρμέγουν, έτσι δεν είναι, τι άλλο έχουμε δικό μας εξόν από τις πλατείες και τα σοκάκια, εκτός από τα δευτερόλεπτα και τις αιωνιότητες που είναι τα δευτερόλεπτα σαν τα τανύσεις δεόντως, σαν τα ζήσεις με την ψυχή σου όλη, σαν τα λατρέψεις για όσα ήξεραν να σου δώσουν, αυτά τα λαμπερά και δίχως πάτο, δόξα σοι, σφηνάκια  χρόνου.
Οι δικοί μας τόποι, τα δικά μας ίχνη, τα δικά μας χνάρια: μερικά American bar στην Αθήνα – ένα το ύμνησε μοναδικά/βραχνά/τραχιά ο Λευτέρης Πούλιος, με ήρωα τον Παλαμά, ένα άλλο στέκει ακόμη αγέρωχο στην Πατησίων~ μερικά ουζερί και τσιπουράδικα όπου, θα ’λεγε κι ο Βάρδος του Έιβον, χαλάγαμε εμείς τον χρόνο, κι ο χρόνος χάλαγε εμάς~ και μισή ντουζίνα βιβλιοπωλεία, το καθένα να γίνεται με τον καιρό θρύλος, αφού πρώτα έγινε φάτνη και λίκνο και στέκι.
Checkpoint Χνάρι, τότε που λατρεύαμε ακόμη το Βερολίνο, μέσα από τα μάτια του David Bowie και τους γδαρμένους ήχους του Low και του “Warszawa”, ενώ ο Brian Eno θήτευε στις στρατηγικές της Αόρατης Γενιάς και της Ύστατης Αυτοσχέδιας Ακαδημίας. Ξέραμε από αναρίθμητες κατασκοπευτικές ψυχροπολεμικές ασπρόμαυρες ταινίες το Checkpoint Charlie, κι είχαμε βαφτίσει, ανάμεσα σε προπόσεις και τσουγκρίσματα Checkpoint Χνάρι το μικρό τεράστιο δύο επί τρία πελώριο Χνάρι, το Μέλαθρο της Κιάφας, το Υπόγειο Υπερώο θα το ’λεγε, όπως είχε πει το Μαγικό Κελί του ο Καρούζος, το Λούνα Παρκ των Χάρτινων Ονείρων μας, το βιβλιοπωλείο του Τσιλδερίκη, το Χνάρι.
Τι ταιριαστό Checkpoint, τι αλάνθαστο Σημείο Ελέγχου, τι εθιστικό/μεθυστικό Παρατηρητήριο του Ουρανού. Δίπλα να είναι το Πανελλήνιον, καφενείο όλο μάρμαρο και ξύλο, γεμάτο σκακιέρες και πεσσούς, είχε περάσει και ο Ανατόλι Κάρποφ από εκεί, γενειοφόροι διανοούμενοι αντιφρονούντες σε όλους και σε όλα, ασημένια στοχαστικά μουσάκια αλά Τρότσκι και στρογγυλά γυαλιά, παλαιοί λαιμοδέτες και πέτσινα μαύρα μπουφάν, πατατούκες και νιτσεράδες και μάλλινοι σκούφοι, κίτρινοι δείκτες και μέσοι από το ακατάπαυτο μπλουζ της νικοτίνης, και βλέμματα πεπειραμένης χλεύης πάνω από τα τετραγωνίδια του αναίμακτου πολέμου. Κι απέναντι, ο Σίσυφος, νεύμα στον Camus, αλλά και κλείσιμο ματιού σε μιαν ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική που έμπαζε στο σέικερ της έμπνευσης ταινίες του Τατί, μεζονέτες του Αμστελόδαμου και κάτι pop-art πολύ κοντά στον Warhol και τους Velvet Underground.
Το Τρίγωνο του Σαματά (του μύχιου, του έσω σαματά): books and chess and rock ’n’ roll: βιβλία στο Χνάρι, γκαμπί και ροκέ στο Πανελλήνιον, καμπάρι/μπίρες/ούζο και ροκιές στον Σίσυφο. Όλες οι ηλικίες, σου λέω, εκεί: ο ίδιος ο Κακομοίρας του Τσίρκα και της Χαμένης Άνοιξης και τα συντρόφια του, πιτσιρικαρία από τη Νομική και τη Φιλοσοφική που αναζητούσανε νοήματα στον Μάη του 68 (μόλις δέκα χρόνια ήταν η επέτειος τότε, φαντάσου!), λίγο πιο ενδιάμεσοι, κάτι μεταξύ Γενιάς Πολυτεχνείου και Γενιάς Χρήστου Βακαλόπουλου που κυνηγούσανε στο Χνάρι ό,τι καινούργιο μυστηρίου έβγαινε και όλα του Roland Barthes και τα συναφή, κυρίως από τις Εκδόσεις Ράππα, κι εμείς, ω εμείς, οι Αγέρωχοι Εθελούσιοι Σακάτηδες Πριν την Ώρα μας, κάτι ψευτορυτιδιασμένοι τσόγλανοι που περνιόμασταν (εντός μας) για μεσόκοποι συνάδελφοι του Mailer σήμερα, για ξεχασμένα αλλά περήφανα ανιψάκια του Μάριου Χάκκα χθες, για ανταριασμένοι εντολοδόχοι του Bukowski αύριο, και στις δικές μας Κυριακές/Εορτές/Αργίες/Άγιες-και-Άγριες Μέρες για Μυστικοί Πράκτορες της Λογοτεχνίας του Μέλλοντος Αιώνος Αμήν, έχοντας, μαθές, κλείσει στα κρυφά συμφωνίες με τον Thomas Pynchon αυτοπροσώπως, και σουτ και τσιμουδιά και κιχ, εμείς μονάχα εμείς να ξέρουμε όλες τις τεχνικές εναέριες λεπτομέρειες και τα υποχθόνια τεχνάσματα βυθού του Ουράνιου Τόξου της Βαρύτητας και τις μαγικές διασυνδέσεις με την Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής, καθότι ο Πεντζίκης είναι ο Πύντσον, και δεν είναι ο Pynchon ο Bob Dylan όπως ήθελαν να διαδίδουνε οι άσχετοι/άκαπνοι/αμούστακοι.
            Στο μεταξύ, ο Τσιλδερίκης διατηρούσε πάντα βελούδινη τη φωνή του, μόνιμο το μειλίχιο χαμόγελό του, αδάμαστο το κέφι του, και κράταγε σε απόσταση ασφαλείας, μακριά από το Χνάρι, κάθε ίχνος πεσιμισμού και ανοησίας.


[Συνεχίζεται]

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Αθήνα, Αύγουστος 2011


Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Samuel Beckett / The Poem

Μνήματα Μηνύματα



[στον Χρήστο Αγγελακόπουλο]

Πιάσε κόκκινο
Πιάσε Ποίημα
Με ρεμπέτη
Στο κουρμπέτι
Με Μπεκέτη
Με σεκλέτι

*

Πλέξε
παίξε
μπλέξε
Λέξεις
ξανά
και
πάλι πάντα πλέξεις
Πες
πάλι:
Μνήματα Μηνύματα
Πες:
Νομικά Μόνικα
Λέγε,
λέγε,
λέγε:
Σφίξιμο/Σμίξιμο
Πύλη/Λύπη
(μας το ’πε ήδη
ο
άλλος,
βαρίδι)

*

Για λέγε:
Συγκρότηση
&
Συγκράτηση
Για πες
(πάλι, πάλη):
το Δώρο
 του
Ρόδου
Ή
εκείνο
το
αλησμόνητο:
Στο
Ελ Αλαμέιν
Έλ’ αλλά μείνε!

*

Και το
(χαχαχαχαχαχα)
Του
άλλου
του
Του
γιου
Με
προφοράν
εγγλέζικη
και
βλέμμα βρεμένο βύνη

*

Το άλλο πάλι!
Έθνος
Σθένος
Λειψό
ένα σίγμα
Και
Το
Μήλα
Μίλα,
ανορθόγραφο
ενώ
το:
Αλλά
Άλλα,
ακέραιο
και
ορθογραφικά
και
κατοπτρικά
και
κυρίως
φιλοσοφικά.

*

Μηνύματα
Μνήματα,
λοιπόν,
αλλά και,
ολοταχώς:
Αλλά
Άλλα!


*   *   *


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Ύδρα/Αθήνα, Ιούλιος 2011






Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Bob Dylan / Σε λίγες ημέρες ΓΕΝΕΘΛΙΑ !


Sunday


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ TON
ΓΙΩΡΓΟ- ΙΚΑΡΟ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗ 
ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «SUNDAY»

[2006]




1.     Πότε θυμάσαι να πρωτοάκουσες και ποιο τραγούδι του Μπομπ Ντύλαν;
Το 1975, στον Βόλο, αυτήν την τότε υπέροχη πόλη. Ήταν το “One more cup of coffee” από το άλπμουμ “Desire”.

2.     Τι σου έκανε εντύπωση;
Η βραχνή, σπαρακτική και, συνάμα, ειρωνική φωνή, η ενορχήστρωση, ένα απίθανο βιολί που σε διαόλιζε, η διάθεση ν’ ανάψω τσιγάρο πάραυτα και να γίνω μανιώδης καπνιστής έκτοτε, ένα αεράκι ελευθερίας, μια μαγεία που ήταν τότε ανεξιχνίαστη~ και παραμένει.

3.     Ο Ντύλαν γράφει τραγούδια σαράντα χρόνια σχεδόν με περάσματα από ένα ύφος σε άλλο, περπατώντας μάλλον σε πολλούς δρόμους. Το έργο του και η πολυτάραχη ζωή του δεν ήταν μάλλον ένα πράγμα, ή τελικά είναι;
Είναι! Κάθε μεγάλος καλλιτέχνης ουσιαστικά εκφράζει την στιγμή, το κάθε δευτερόλεπτο μπροστά του, τα πάθη και τις προσηλώσεις του. Ο Ντύλαν αυτό κάνει τόσες δεκαετίες, λέει ό,τι νιώθει, και το λέει ακέραια, κρίσιμα, με έναν τρόπο που μας κάνει κοινωνούς, συνένοχους, συμπότες, συνταξιδιώτες. Ταξίδι είναι η Τέχνη, συνενοχή είναι η Μουσική.

4.     Τον παρακολουθείς τόσα χρόνια. Γιατί σου αρέσει;
Με σαγηνεύει, με ξετρελαίνει, μου δωρίζει άλλοθι για να είμαι ωραίο κάθαρμα χωρίς πολλούς ενδοιασμούς. Προσφέρει ένα φωτοστέφανο σε έναν πείσμονα αμαρτωλό, μιαν άλω αγιότητας σε έναν μανιακό κακούργο της καθημερινής ζωής. Δεν είναι και λίγο, ω, όχι, δεν είναι διόλου λίγο!

5.     Κάποιοι λέμε ότι οι στίχοι του είναι ποιήματα. Ποιο είναι για σένα το δυνατό επιχείρημα που το αποδεικνύει;
Ο συνδυασμός λεκτικών παιγνίων και άμεσων εικόνων. Κάτι που έχουμε να απολαύσουμε από την εποχή του Σαίξπηρ.

6.     Έχει κατηγορηθεί ουκ ολίγες φορές ότι από κάποιον κάτι πήρε, ένα στίχο, μια ιδέα.
Και λοιπόν; Ποιος μεγάλος δημιουργός δεν έχει κατηγορηθεί από τους αξιοθρήνητους πυγμαίους, από τους ιλαρούς νάνους;

7.     Το ότι έχει πει πολλές φορές ο ίδιος ότι  έχει διαβάσει πολλή λογοτεχνία και όχι μόνο, δεν είναι τυχαίο ότι από ένα Ουαλό ποιητή, τον Ντύλαν Τόμας, πήρε το όνομά του, ούτε το ότι διάβασε από Ρεμπώ και Τολστόι μέχρι Θουκυδίδη. Νομίζεις ότι επέδρασε καθοριστικά αυτό στο έργο του και πώς;
Βεβαίως! Διαβάζοντας, βρίσκει κανείς τους δικούς του, τα γκαρντάσια του, αυτούς που του κάνουνε παρέα όταν πέφτει η νύχτα και όταν ο περίπατος γίνεται γλυκιά αλήθεια του έσω σεβντά του, του πιο ευατένιου εαυτού του. Ο Ντύλαν είχε την καλογουστιά να διαβάσει τους καλύτερους. Κι αυτό τον έκανε καλύτερο, όμοιό τους κι αδελφό τους.

8.     Έχοντας διαβάσει την αυτοβιογραφία του, βλέποντας το ντοκιμαντέρ που έφτιαξε για αυτόν ο Σκορτσέζε τι θυμάσαι πιο έντονα απ’όλα;
Την αγάπη του για τη Νέα Υόρκη! Το ότι έμεινε εκεί, έμεινε σε ό,τι τον καθόρισε όταν, πιτσιρικάς, ήρθε σε επαφή με το ωραίο, το μεγάλο, και το αληθινό, και δεν άλλαξε, έκτοτε, ρότα.

9.     Ποιο ήταν το ζητούμενό σου όταν μετέφραζες τους στίχους για την έκδοση του βιβλίου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ;
Να μην προδώσω ούτε δευτερόλεπτο την ευγμνωμοσύνη μου για τα όσα καλά και λυτρωτικά άρπαξα απ’ τον Ντύλαν. Να μην ξεχάσω πώς παλλόμουν, πώς αγαπούσα, πώς ερωτευόμουν στα δεκαπέντε και στα δεκάξι μου, να μην πάψω να έχω αδιάκοπα στο μυαλό μου την Μόνικα, τον Γιάννη, την Μάνια, τον Βασίλη, την Αννίτα, και όλα τα άλλα παλικάρια του Βόλου, που άκουσαν κάποτε, και συνεχίζουν ν’ ακούν, μαζί μου τον Ντύλαν.

10. Μεταφράζοντας έμπαινες πιο βαθιά στο εργαστήρι της ποιητικής του; Πώς ήταν;
Κόλαση και Παραδεισος! ‘Ετσι, αυτό, ναι, έτσι και αυτό, Κόλαση και Παράδεισος  ήταν!

11. Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία;
Το να απέχω από το ποτό, να μην απολαμβάνω όσο θα ήθελα το αγαπημένο μου ιρλανδέζικο ουίσκι.

12. Δουλεύοντας για το βιβλίο αυτό, ανακάλυψες πράγματα που δεν ήξερες πριν παρόλο που μάλλον έχεις ακούσει πολλές φορές όλα του τα τραγούδια;
Ανακάλυψα, και εδώ οφείλω πάλι να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον Ντύλαν, και να ευχαριστήσω τις εκδόσεις Ιανός, ότι μπορώ ακόμη να θυμάμαι κάτι παμπάλαια ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια της νιότης μου, καθώς και να παίζω με τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας.

13. Στιχουργικά ποιο θεωρείς το αριστούργημά του; Ο πρόσφατος δίσκος του, πώς σου φάνηκε;
Το “Like a Rolling Stone”. Από τα σπουδαιότερα άσματα όλων των εποχών. Φυσικά, θεωρώ αριστούργημα την τελευταία του δουλειά.

14. Δεν ακούστηκε πολύ στην Ελλάδα, στα ραδιόφωνα . Λάθος κάνω; Τι νομίζεις πως φταίει;
Δεν κάνεις λάθος. Απλώς, και το έχω ξαναπεί δημοσίως, το ελληνικό ραδιόφωνο σήμερα έχει τα χάλια του. Είναι αίσχος και ντροπή να είμαστε εκτός ραδιοφώνου ρέκτες σαν εμένα, τον Θοδωρή Μανίκα, τον Κώστα Γεωργίου. Αίσχιστο αίσχος και ντροπώτατη ντροπή! Πάλι καλά που υπάρχει ο Πετρίδης ακόμη, πάλι καλά!

15. Εκτός από Μπομπ Ντύλαν, τι άλλο ακούς πολύ; Ακούς μουσική και όταν γράφεις δικά σου κείμενα; Τα λόγια έχουν μουσική;
Τους... συναδέλφους: Λεονάρδο Κοέν, Βαν Μόρισον, Νηλ Γιανγκ, Τομ Γουέιτς, Νικ Κέιβ. Και πάντα, τζαζ και κλασική.

16. Αγαπάς τη μουσική, το γράψιμο, την ποίηση, το σκάκι από μικρός και κάποτε μπήκε στη ζωή σου το μποξ. Αυτό πάλι πώς χώρεσε δίπλα στα άλλα; Είναι το «ζειν επικινδύνως» στην πράξη; Όλα μεταξύ τους έχουν σχέση;
Αυτή η ιστορία με το μποξ είναι λίγο παραμύθι, για το οποίο όμως δεν ευθύνομαι εγώ. Έχω σπασμένη μύτη, τσακισμένο πλευρό, και άλλες απώλειες, αλλά ο υπεύθυνος είναι ένας παλιόφιλος απ’ την εφηβεία και τον Βόλο. Το σκάκι, άλλωστε, είναι πολύ πιο επικίνδυνη μανία από την πυγμαχία. Πάντως, ναι, όλα έχουν μια σχέση μεταξύ τους, όλα έχουν να κάνουν με την μουσική και τη χορογραφία της καθημερινής ζωής μερικών ανθρώπων που ήξεραν, και ξέρουν ακόμη, να συνδυάζουν την περιπέτεια της ποίησης με την ποίηση της περιπέτειας,

17. Το τραγούδι του Ντύλαν που έχεις ακούσει τις περισσότερες φορές;
Το “It ain’t me, babe”.

18. Το τραγούδι που δεν θα έλειπε από ένα πρόγραμμα που έκανες ως dj;
Το “Knockin’on Heaven’s Door”, δεν θα έλειπε! Ποτέ!

19. Ο στίχος του που σε παίδεψε περισσότερο;
Το “This Wheel’s on Fire”, που το έκανα, ύστερα από πολύ βάσανο, πολλή σκέψη, πολλά ουίσκι, «Βρέχει Φωτιά Στ’ Αμάξι Μου».

20. Τι του ζηλεύεις πιο πολύ;
Την Σούζι Ρότολο, μια παλιά, παμπάλαιά του ερωμένη, όταν έκαναν βόλτες παρέα, αμέριμνοι, ανέμελοι, ανεπρόκοποι στην τότε Νέα Υόρκη!


Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Έλλειμα Πένθους σημαίνει Έλλειμα Ζωής


Έλλειμμα Πένθους

Τα εξοργιστικά/εξωφρενικά/εξωπραγματικά της 5ης Μαΐου του 2010, και ας την θυμόμαστε τούτη την ημερομηνία, μας εξόργισαν, τους φίλους μου και εμένα, ακόμα πιο αγρίως καθώς συνοδεύονταν, ολοένα και πιο ακραία, από μια σκανδαλωδώς ανώριμη κατάχρηση ανοησίας και την δίδυμή της κατάργηση της λογικής και της ευαισθησίας.
            Αφήνω απέξω την τηλεόραση. Αφήνω απέξω και τα τηλεοπτικοποιημένα ραδιόφωνα.
            Όλες τις ώρες που παρακολούθησα τα όσα λέγονταν για τον χαμό τριών συνανθρώπων μας, άλλο δεν έκαναν από το να με πείθουν ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τόσο η ηγεσία του τόπου όσο και μεγάλο σύνολο του ελληνικού λαού, πάσχει, με καλπάζοντα τρόπο μάλιστα, από ένα σπασμωδικό ξεμώραμα, από μια ξεμωραμένη σπασμωδικότητα. Οι πάντες θέλουν να υπερασπιστούν το ελάχιστο, φθαρμένο, τσακισμένο, νοσηρά παιδιάστικο «δικό» τους, και αρνούνται, ή είναι πια ανήμποροι, να δουν, να κατανοήσουν, τα του Άλλου. Οι πάντες τείνουν με φόρα άσκεπτη να  περιχαρακωθούν σε ένα «εγώ καλά σου τα ’λεγα» που μπάζει από παντού, να οχυρωθούν πίσω από βιαστικά προχειροφτιαγμένα στερεότυπα, πίσω από προκάτ ετοιματζίδικες και ετοιμοπαράδοτες πεποιθήσεις.
            Δυστυχώς, διακατέχομαι από την εντύπωση, έως και βεβαιότητα, ότι οι πάντες επιχείρησαν να «αξιοποιήσουν» μια τριπλή τραγωδία για δικό τους όφελος, αδυνατώντας να εκδηλώσουν ένα έστω πεποιημένο πένθος, μιαν έστω σκηνοθετημένη θλίψη.
            Πανικόβλητη πόλη, διαπιστώνει ο πικρός Paul Virilio. Οι ξεχαρβαλωμένες μητροπόλεις γεννάνε ξεχαρβαλωμένες ψυχές.
            Η βία της βλακείας, είναι βάναυση όσο και η βλακεία της βίας.
            Ο άλλοτε σοφός λαός ήξερε να τα λέει μεστά: «Έχουμε χάσει τ’ αβγά και τα πασχάλια». Αν δεν κάτσουμε να τα βρούμε, θα παραμένουμε ένα τρένο δίχως φρένα σε χαλασμένες ράγες. Και η ζωή μας δεν θα είναι παρά αλλεπάλληλα αντίο στη Λογική και στην Ευαισθησία.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, 06/05/2010

[Γραμμένο πριν από ένα χρόνο. Το αναρτώ σήμερα, προσθέτοντας: όσα είπαμε ισχύουν. Για την Παρασκευή Ζούλια, την Αγγελική Παρασκευοπούλου, τον Επαμεινώνδα Τσάκαλη, τους τρεις που έχασαν τη ζωή τους λόγω γενικευμένης παράνοιας και βαρβαρότητας]

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Πρόλογος στο μυθιστόρημα The Finkler Question [εκδ. Ψυχογιός]




Δάκρυα Δίχως Δρόμο



 

«Δεν μπορώ να βρω τη διαφορά ανάμεσα στα δάκρυα και τη μουσική» (Νίτσε). Εκείνος που δεν μπορεί να το αντιληφθεί αυτό αμέσως, δεν έζησε ποτέ μέσα στην φιλική ατμόσφαιρα της μουσικής. Κάθε αληθινή μουσική προέρχεται από δάκρυα, γιατί είναι γεννημένη από τη λύπη του παραδείσου.
E. M. Cioran

Ένα μυθιστόρημα που κάνει ζαβολιές απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, υπέρ του αναγνώστη όμως. Ένα μυθιστόρημα που ενώ σου προκαλεί γέλια ομηρικά, αίφνης σε κάνει να δακρύσεις και μετά πάλι να γελάσεις δυνατά και κατόπιν να βουρκώσεις, και, βέβαια, να σκεφτείς. Να σκεφτείς πολύ και πολλά, μέσα από τα γέλια και τα δάκρυα, ένα είδος παλλόμενης, κυμαινόμενης χαρμολύπης αλλά δίχως Θεό πια, δάκρυα δίχως δρόμο και γέλια που χάνουν το νόημά τους, ήτοι τον εξορκισμό του φάσματος του θανάτου, τον διασκορπισμό της συμπαγούς απειλής του χρόνου. Όχι, εδώ δεν ακούμε το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο, όπως έλεγε ο Andre Breton, δεν έχουμε εντυπωσιακές ανατάσεις ή τραγικές καταβυθίσεις, έχουμε, ας το επαναλάβω, μιαν εναλλαγή γέλιων και δακρύων, στις περισσότερες σελίδες με χαμηλούς τόνους. Ο Jacobson ξέρει ότι οι καιροί είναι αναγκαιώδεις, ότι ζούμε σε μιαν εποχή επανανακάλυψης του νοήματος μεσούσης μιας γενικευμένης αμηχανίας, μιας κρίσης πασών των αξιών.
            Τρεις φίλοι, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους κι όμως να συνυπάρχουν, να προσπαθούν να δώσουν νόημα στην καθημερινότητα, πεπεισμένοι μάλλον ότι δεν μπορούν να επέμβουν στης ιστορίας την άτσαλη πια διαδρομή. Μια τεθλασμένη τζαζ που τρελάθηκε, η ιστορία. Τρεις φίλοι, ο καθένας με την δική του εμμονή και τους δικούς του τρόπους να ελίσσεται μες στις κακοτοπιές της ζωής. Ένας ηλικιωμένος δανδής, ένας τηλεοπτικός φιλόσοφος, ένας πρώην σε όλα και νυν σε τίποτα.
Ο πρώτος, ο Λίμπορ, ζει με τις αναμνήσεις του που είναι πιο ζωντανές από την ίδια τη ζωή, γιατί ακριβώς είναι αναμνήσεις από έντονη και πλούσια συναισθηματικά ζωή, που είναι σάρκινες και άυλες μαζί, που είναι γεμάτες μουσική και γλέντια, αλλά και που απλώνουν μιαν αχλή στα γεγονότα – αναμνήσεις, όπως όλων μας άλλωστε, καρυκευμένες με μικρά ψέματα που απομακρύνουν την πίκρα από μεγάλες, οδυνηρές αλήθειες. Φυγάς από τις χώρες όπου επικράτησε ο κομμουνισμός, ο Λίμπορ, δανδής τυλιγμένος αλλά δίχως ψευδαισθήσεις στα αρώματα της βιομηχανίας του θεάματος, ευειδής και γοητευτικός σε σημείο να τον ποθούν οι θεές της οθόνης (η Μέριλιν, η Μάρλεν, ως και η Γκρέτα), μανιώδης της καυτής ερωτικής μονογαμίας και μέγας λάτρης της συζύγου του, της Μάλκι. Ως φαίνεται, μέσα από τον πειραγμένο μινιμαλισμό του Jacobson, μέσα από την λίαν ευπρόσδεκτη αντισφαίρηση ελλειπτικού λόγου και γάργαρης ευφράδειας (που τη συγκρατεί παντοιοτρόπως), ως φαίνεται, λοιπόν, ο Λίμπορ με τον καιρό εγκαταλείπει τα πάντα, αφήνει στην άκρη την όποια φιλοδοξία, προκειμένου να δοθεί, και να δίνεται διαρκώς, ολόψυχα/ολόσαρκα στη γυναίκα του. Όταν τη χάνει, χάνεται. Σιγά-σιγά στην αρχή και μετά απότομα, όπως έλεγε ο Ernest Hemingway.
            Ο δεύτερος, ο Σαμουήλ Φίνκλερ, είναι ο κλασικός καλοπερασάκιας, όπως ανθεί  ο εν λόγω τύπος ανθρώπου κυρίως από την δεκαετία του 1970 και μετά. Διαθέτει νοημοσύνη, η οποία με τον καιρό μετατρέπεται, συνειδητά και μελετημένα, σε εξυπνάδα, επιτηδειότητα, καπατσοσύνη. Από Σαμουήλ γίνεται Σαμ. Από Εβραίος γίνεται Εγγλέζος. Το να έχει ερωμένες γίνεται ο τρόπος του να μην αγαπήσει βαθιά τη γυναίκα του (και τον εαυτό του, εντέλει).  Η φιλοσοφία γίνεται κόλπο πλουτισμού, τηλεοπτικό νταχτιρντί, φιγουρατζίδικη πιρουέτα μες στους κοσμικούς κύκλους, με μια λέξη: άκρατος κυνισμός ενδεδυμένος τη λεοντή της χαριτωμένης ευρυμάθειας. Αλλά το κενό είναι εκεί, και πάντοτε το κενό σε καταπίνει. Ας θυμηθούμε το συγκλονιστικό μυθιστόρημα The Arrangement του Ηλία Καζάν – και την ταινία που γύρισε ο ίδιος βασισμένος στο μυθιστόρημά του. Όλη η καλοστιλβωμένη επιφάνεια, όλος ο ανθυποπλούτος του easy money και του anything goes δεν είναι παρά μια φενάκη, μπούμεραγκ που στο τέλος θα σε χτυπήσει και τότε η μόνη λύτρωση, η μόνη εξιλέωση, είναι ν’ αρχίσεις να κλαις, να πενθείς. Τέλος δεν έχει το πένθος, όχι, δεν έχουν πια δρόμο τα δάκρυα, είναι από μόνα τους η λύτρωση, η αρχή της λύτρωσης από το ψέμα, η απαλλαγή μας από το επιχρυσωμένο τίποτα που ήμασταν, η εξοικείωσή μας, επιτέλους, με τη σκουριά, με τη φθορά, δηλαδή με αυτό που είναι ό,τι πιο βαθιά ανθρώπινο έχουμε.
            Ο τρίτος, ο Τρέσλαβ, είναι ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν/παρόν/μέλλον, ο σε όλα εκτός, αυτός που κάνει κατανοητή στο έπακρο εκείνη την παλιά φράση «η γραμματική της μη-ζωής», ανήμπορος να δεχτεί την πραγματικότητα αλλά και ανήμπορος να την μεταβάλλει, ανήμπορος ακόμα και να αποδράσει απ’ αυτήν. Ανήμπορος σε όλα. Ο σύγχρονος Mr Jones του Bob Dylan στο «Ballad of a Thin Man». Ο Κύριος Τίποτα. Το Περιρρέον Παράσιτο. Κι όμως, ζει – τρώει, πίνει, κοιμάται, ονειρεύεται (πάντα!), ακούει (ή μάλλον όχι, δεν ακούει: παθαίνει) μουσική, όπερες σπαραχτικές/σπαρασσόμενες/σπαραξικάρδιες, όπερες που τον απομακρύνουν από το οτιδήποτε, όπερες/όπιο που τον κατακλύζουν, επειδή αυτός το θέλει, με ψέματα – όπως με ψέματα κατακλύζεται, το είπαμε πιο πάνω, και η ζωή του Φίνκλερ.
Τι συμβαίνει σ’ αυτό το μυθιστόρημα; Σχεδόν τίποτα. Όπως και στην πραγματική ζωή. Ζούμε απαλλαγμένοι από το τραγικό, και ίσως αυτή να είναι η τραγικότητά μας, η τραγικότητα των ολοένα και πιο ανήμπορων κατοίκων των μητροπόλεων. Κάποτε οι μητροπόλεις έδιναν τον τόνο: το Παρίσι, η Πόλη του Φωτός~ η Βιέννη των φιλοσόφων ακριβώς του Κύκλου της Βιέννης και των μουσικών της περιλάλητης και τόσο ανοιξείδωτης έως και σήμερα Δεύτερης Σχολής της Βιέννης (Schoenberg, Berg, Webern)~ το Παρίσι που το έψαλλαν οι πάντες και που πρόσφερε τα πάντα~ η Νέα Υόρκη των συγγραφέων και του John Cassavetes~ η Αθήνα του Χατζιδάκι, του Ελύτη, του Καρούζου, και του Γκάτσου~ η Αθήνα του «Απότσου», του «Λουμίδη», του «Μπόκολα», του «Ορφανίδη»~ το Λονδίνο του Κύκλου του Bloomsbury, των Beatles, το swinging London που αγαπήσαμε, το Λονδίνο του Antonioni και του Blow Up. Το Βερολίνο, πάντα το Βερολίνο. Οι μητροπόλεις έδιναν τον τόνο, έκαναν τη ζωή να τείνει ολοένα προς την Ποίηση και την Περιπέτεια, ναι, την περιπέτεια της ποίησης και την ποίηση της περιπέτειας, όπως μας αρέσει χρόνια τώρα να λέμε. Αλλά σήμερα;
            Σήμερα, οι μητροπόλεις τείνουν να είναι το τέλμα που γεννάει ανθρώπους σαν τον Φίνκλερ και τον Τρέσλαβ, δίχως ευτυχώς να παύουν να φιλοξενούν ανθρώπους σαν τον Λίμπορ. Αλλά μόνο να τους φιλοξενούν. Και όχι να τους επιτρέπουν να δημιουργούν και να δρουν. Οι μητροπόλεις, εν προκειμένω το Λονδίνο, είναι χώροι κατοίκησης απλώς και όχι παιγνιότοποι, όχι εργαστήρια, όχι ατελιέ, δημιουργικότητας. Μακάρι να ξαναγίνουν. Και, ελπίζω, θα ξαναγίνουν. Όλα παίζονται, όλα είναι ανοιχτά, όσο υπάρχουν άνθρωποι, και μάλιστα άνθρωποι που έχουν τη δύναμη να βουρκώνουν, να δακρύζουν, να κλαίνε. Τα δάκρυα μπορούν ακόμη να κυλάνε, και όσο κυλάνε δάκρυα τόσο θα υπάρχει η Αμοιβαιότητα των Δακρύων, όπως όρισε την ποίηση ένας μεγάλος στοχαστής. «Ονειρεύομαι μια ερμηνευτική των δακρύων», γράφει ο πολύτιμος Cioran. Το μυθιστόρημα του Jacobson τελειώνει με δάκρυα. Άρα, τελειώνει με ελπίδα!
           
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, Φεβρουάριος 2011

ΥΓ. Επιθυμώ και από εδώ να ευχαριστήσω, για πολλοστή φορά πλέον, τις εκδόσεις Ψυχογιός για την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν αναθέτοντάς μου τη μετάφραση ενός σημαντικού μυθιστορήματος. Ιδιαίτερα την Αγγέλα Σωτηρίου και την  Ευδοξία Μπινοπούλου για την υπομονή, την επιμονή, την επιμέλεια. Τέλος, ας μου επιτραπεί να αφιερώσω αυτόν  τον καρπό του μόχθου μου στην Ελεάννα Μαρτίνου («Φέρουμε μέσα μας όλη τη μουσική: βρίσκεται στα βαθύτερα στρώματα της ανάμνησης» Cioran).

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Νάντια Καλαρά, ΑΔΗΛΟΣ [Beton7]




Σημειώσεις από την Άρση του Χρόνου
 
[με αφορμή την ομιλία της Νάντιας Καλαρά
στο Beton7
και στο πλαίσιο της έκθεσής της
«Άδηλος»]


architekture ist geiselnahme von den wunderbaren
Einstürzende Neubauten


Αρχαιολογία του παρόντος. Τοπία που έρχονται από συγκεκριμένες χρονικές περιόδους αλλά χύνονται/χάνονται στο αχανές του νυν, στο αχαρτογράφητο του τώρα. Το ιερό και το χθαμαλό μαζί, σε μια διαλεκτική, σε μια συνομιλία, αλλά και σε ένα παιχνίδι με το αταίριαστο της συνάντησης (ας θυμηθούμε την ραπτομηχανή και την ομπρέλα στο τραπέζι ανατομίας του Isidore Ducasse).

 Η διακεκαυμένη ζώνη παγώνει. Ο ουρανός παραμένει ουρανός, γαλανός, υψηλόφρων, ωραίος – αλλά πού; σε ποιον χρόνο; Είναι φόντο των ερειπίων τώρα ο ουρανός, είναι η μουσική του χιούμορ που κάνει την τραγωδία υποφερτότερη, αν όχι εξηγήσιμη.

Ο Willie Deville να τραγουδάει σπαρακτικά, μες σε γαλάζιες τολύπες απ’ του τσιγάρου του το blues, «… and heaven stood still…» Κι όταν στέκει ασάλευτος ο ουρανός, στέκει και ο χρόνος ασάλευτος, παγώνει.

Ο χρόνος παγώνει. Ο Magritte ήξερε να διαβάζει τον Hegel. Ο χρόνος παγώνει. Η Νάντια Καλαρά ξέρει να διαβάζει τους Magritte/Hegel, αλλά και τους Hegel/Heidegger [Δήλος Άδηλος Έκδηλος] θυμίζοντάς μας ότι η διαύγεια μπορεί κάλλιστα να ενέχει βαθιά ανησυχία – και μάλιστα μιαν ανησυχία που (θέλει να) την κάνει ανησυχαστική. Είμαι εδώ, αλλά πού είναι αυτό το εδώ; Η Νάντια Καλαρά ανησυχεί απλώνοντας το βλέμμα της (όχι, τα βλέμματά της) στον χώρο πρώτα, και μετά, όπως οι απεγνωσμένοι στο αριστούργημα La jetée (1962) του Chris Marker, στον χρόνο. Σε έναν χρόνο που είναι παγωμένος, από την ζωγράφο, προκειμένου να μας ανησυχήσει, να μας υποχρεώσει να πιάσουμε ξανά νήμα του στοχασμού.  

Γράφει ο Γιώργος Φαράκλας: «Ο Heidegger υπενθυμίζει ότι το νοήμον ον είναι πρώτα κάτοικος. Ταυτίζομαι μ’ έναν τόπο. Ως σκεπτόμενος δεν ανήκω κάπου και οικειοποιούμαι όσα είναι κάπου. Αλλά ως κάτοικος ανήκω, νοιώθω οικεία, ανοίκεια,  είμαι οικειοποιημένος εγώ από κάτι άλλο, και τούτο, προτού αρχίσω να σκέφτομαι».

Γράφει ο Guy Debord: «Ο άνθρωπος, ‘το αρνητικό ον που είναι μονάχα στο μέτρο που καταργεί το Είναι’, είναι ταυτόσημος με τον χρόνο».

Γιατί συνεχώς, βλέποντας τα έργα και ακούγοντας την Νάντια Καλαρά, να μιλάει για τον Robert Smithson και για τον George Kubler και το The Shape of Time, εμένα το μυαλό μου δεν ξεκολλάει από την λέξη ανησυχία, δεν παύει να μου λέει ότι η ζωγράφος μετέρχεται έναν του Λόγου δόλον, λίαν εσκεμμένως, για να μας καθησυχάσει αρχικά και να πάρουμε έπειτα, σχεδόν μηχανικά, όπως παίρνουμε από το πορτμαντό το καπέλο μας, την ανησυχία σπίτι μας; Γιατί, ενώ καταγράφω στο Moleskine φράσεις της Καλαρά και τίτλους πονημάτων που αναφέρει, άξαφνα μου έρχεται, από το πουθενά, ναι, αλλά από ποιο πουθενά, ο Cy Twombly και η τάση του να δίνει τίτλους αλιευμένους από λησμονημένους λυρικούς της αρχαιότητας; Και, τέλος, γιατί διαρκώς και επίμονα συσχετίζω τα όσα λέγονται από την ζωγράφο με ακούσματα (αλλά και με τίτλους τραγουδιών, ακόμα και με το ίδιο το όνομα της μπάντας του Blixa) από τους Einstürzende Neubauten;

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, 24/03/2011

[Το παρόν κείμενο γράφτηκε εν θερμώ σε χρόνο ρεκόρ υπό τους ήχους του  rueckbau / aufbau ( pull down / build up )]