Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Πρόλογος στο μυθιστόρημα The Finkler Question [εκδ. Ψυχογιός]




Δάκρυα Δίχως Δρόμο



 

«Δεν μπορώ να βρω τη διαφορά ανάμεσα στα δάκρυα και τη μουσική» (Νίτσε). Εκείνος που δεν μπορεί να το αντιληφθεί αυτό αμέσως, δεν έζησε ποτέ μέσα στην φιλική ατμόσφαιρα της μουσικής. Κάθε αληθινή μουσική προέρχεται από δάκρυα, γιατί είναι γεννημένη από τη λύπη του παραδείσου.
E. M. Cioran

Ένα μυθιστόρημα που κάνει ζαβολιές απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, υπέρ του αναγνώστη όμως. Ένα μυθιστόρημα που ενώ σου προκαλεί γέλια ομηρικά, αίφνης σε κάνει να δακρύσεις και μετά πάλι να γελάσεις δυνατά και κατόπιν να βουρκώσεις, και, βέβαια, να σκεφτείς. Να σκεφτείς πολύ και πολλά, μέσα από τα γέλια και τα δάκρυα, ένα είδος παλλόμενης, κυμαινόμενης χαρμολύπης αλλά δίχως Θεό πια, δάκρυα δίχως δρόμο και γέλια που χάνουν το νόημά τους, ήτοι τον εξορκισμό του φάσματος του θανάτου, τον διασκορπισμό της συμπαγούς απειλής του χρόνου. Όχι, εδώ δεν ακούμε το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο, όπως έλεγε ο Andre Breton, δεν έχουμε εντυπωσιακές ανατάσεις ή τραγικές καταβυθίσεις, έχουμε, ας το επαναλάβω, μιαν εναλλαγή γέλιων και δακρύων, στις περισσότερες σελίδες με χαμηλούς τόνους. Ο Jacobson ξέρει ότι οι καιροί είναι αναγκαιώδεις, ότι ζούμε σε μιαν εποχή επανανακάλυψης του νοήματος μεσούσης μιας γενικευμένης αμηχανίας, μιας κρίσης πασών των αξιών.
            Τρεις φίλοι, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους κι όμως να συνυπάρχουν, να προσπαθούν να δώσουν νόημα στην καθημερινότητα, πεπεισμένοι μάλλον ότι δεν μπορούν να επέμβουν στης ιστορίας την άτσαλη πια διαδρομή. Μια τεθλασμένη τζαζ που τρελάθηκε, η ιστορία. Τρεις φίλοι, ο καθένας με την δική του εμμονή και τους δικούς του τρόπους να ελίσσεται μες στις κακοτοπιές της ζωής. Ένας ηλικιωμένος δανδής, ένας τηλεοπτικός φιλόσοφος, ένας πρώην σε όλα και νυν σε τίποτα.
Ο πρώτος, ο Λίμπορ, ζει με τις αναμνήσεις του που είναι πιο ζωντανές από την ίδια τη ζωή, γιατί ακριβώς είναι αναμνήσεις από έντονη και πλούσια συναισθηματικά ζωή, που είναι σάρκινες και άυλες μαζί, που είναι γεμάτες μουσική και γλέντια, αλλά και που απλώνουν μιαν αχλή στα γεγονότα – αναμνήσεις, όπως όλων μας άλλωστε, καρυκευμένες με μικρά ψέματα που απομακρύνουν την πίκρα από μεγάλες, οδυνηρές αλήθειες. Φυγάς από τις χώρες όπου επικράτησε ο κομμουνισμός, ο Λίμπορ, δανδής τυλιγμένος αλλά δίχως ψευδαισθήσεις στα αρώματα της βιομηχανίας του θεάματος, ευειδής και γοητευτικός σε σημείο να τον ποθούν οι θεές της οθόνης (η Μέριλιν, η Μάρλεν, ως και η Γκρέτα), μανιώδης της καυτής ερωτικής μονογαμίας και μέγας λάτρης της συζύγου του, της Μάλκι. Ως φαίνεται, μέσα από τον πειραγμένο μινιμαλισμό του Jacobson, μέσα από την λίαν ευπρόσδεκτη αντισφαίρηση ελλειπτικού λόγου και γάργαρης ευφράδειας (που τη συγκρατεί παντοιοτρόπως), ως φαίνεται, λοιπόν, ο Λίμπορ με τον καιρό εγκαταλείπει τα πάντα, αφήνει στην άκρη την όποια φιλοδοξία, προκειμένου να δοθεί, και να δίνεται διαρκώς, ολόψυχα/ολόσαρκα στη γυναίκα του. Όταν τη χάνει, χάνεται. Σιγά-σιγά στην αρχή και μετά απότομα, όπως έλεγε ο Ernest Hemingway.
            Ο δεύτερος, ο Σαμουήλ Φίνκλερ, είναι ο κλασικός καλοπερασάκιας, όπως ανθεί  ο εν λόγω τύπος ανθρώπου κυρίως από την δεκαετία του 1970 και μετά. Διαθέτει νοημοσύνη, η οποία με τον καιρό μετατρέπεται, συνειδητά και μελετημένα, σε εξυπνάδα, επιτηδειότητα, καπατσοσύνη. Από Σαμουήλ γίνεται Σαμ. Από Εβραίος γίνεται Εγγλέζος. Το να έχει ερωμένες γίνεται ο τρόπος του να μην αγαπήσει βαθιά τη γυναίκα του (και τον εαυτό του, εντέλει).  Η φιλοσοφία γίνεται κόλπο πλουτισμού, τηλεοπτικό νταχτιρντί, φιγουρατζίδικη πιρουέτα μες στους κοσμικούς κύκλους, με μια λέξη: άκρατος κυνισμός ενδεδυμένος τη λεοντή της χαριτωμένης ευρυμάθειας. Αλλά το κενό είναι εκεί, και πάντοτε το κενό σε καταπίνει. Ας θυμηθούμε το συγκλονιστικό μυθιστόρημα The Arrangement του Ηλία Καζάν – και την ταινία που γύρισε ο ίδιος βασισμένος στο μυθιστόρημά του. Όλη η καλοστιλβωμένη επιφάνεια, όλος ο ανθυποπλούτος του easy money και του anything goes δεν είναι παρά μια φενάκη, μπούμεραγκ που στο τέλος θα σε χτυπήσει και τότε η μόνη λύτρωση, η μόνη εξιλέωση, είναι ν’ αρχίσεις να κλαις, να πενθείς. Τέλος δεν έχει το πένθος, όχι, δεν έχουν πια δρόμο τα δάκρυα, είναι από μόνα τους η λύτρωση, η αρχή της λύτρωσης από το ψέμα, η απαλλαγή μας από το επιχρυσωμένο τίποτα που ήμασταν, η εξοικείωσή μας, επιτέλους, με τη σκουριά, με τη φθορά, δηλαδή με αυτό που είναι ό,τι πιο βαθιά ανθρώπινο έχουμε.
            Ο τρίτος, ο Τρέσλαβ, είναι ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν/παρόν/μέλλον, ο σε όλα εκτός, αυτός που κάνει κατανοητή στο έπακρο εκείνη την παλιά φράση «η γραμματική της μη-ζωής», ανήμπορος να δεχτεί την πραγματικότητα αλλά και ανήμπορος να την μεταβάλλει, ανήμπορος ακόμα και να αποδράσει απ’ αυτήν. Ανήμπορος σε όλα. Ο σύγχρονος Mr Jones του Bob Dylan στο «Ballad of a Thin Man». Ο Κύριος Τίποτα. Το Περιρρέον Παράσιτο. Κι όμως, ζει – τρώει, πίνει, κοιμάται, ονειρεύεται (πάντα!), ακούει (ή μάλλον όχι, δεν ακούει: παθαίνει) μουσική, όπερες σπαραχτικές/σπαρασσόμενες/σπαραξικάρδιες, όπερες που τον απομακρύνουν από το οτιδήποτε, όπερες/όπιο που τον κατακλύζουν, επειδή αυτός το θέλει, με ψέματα – όπως με ψέματα κατακλύζεται, το είπαμε πιο πάνω, και η ζωή του Φίνκλερ.
Τι συμβαίνει σ’ αυτό το μυθιστόρημα; Σχεδόν τίποτα. Όπως και στην πραγματική ζωή. Ζούμε απαλλαγμένοι από το τραγικό, και ίσως αυτή να είναι η τραγικότητά μας, η τραγικότητα των ολοένα και πιο ανήμπορων κατοίκων των μητροπόλεων. Κάποτε οι μητροπόλεις έδιναν τον τόνο: το Παρίσι, η Πόλη του Φωτός~ η Βιέννη των φιλοσόφων ακριβώς του Κύκλου της Βιέννης και των μουσικών της περιλάλητης και τόσο ανοιξείδωτης έως και σήμερα Δεύτερης Σχολής της Βιέννης (Schoenberg, Berg, Webern)~ το Παρίσι που το έψαλλαν οι πάντες και που πρόσφερε τα πάντα~ η Νέα Υόρκη των συγγραφέων και του John Cassavetes~ η Αθήνα του Χατζιδάκι, του Ελύτη, του Καρούζου, και του Γκάτσου~ η Αθήνα του «Απότσου», του «Λουμίδη», του «Μπόκολα», του «Ορφανίδη»~ το Λονδίνο του Κύκλου του Bloomsbury, των Beatles, το swinging London που αγαπήσαμε, το Λονδίνο του Antonioni και του Blow Up. Το Βερολίνο, πάντα το Βερολίνο. Οι μητροπόλεις έδιναν τον τόνο, έκαναν τη ζωή να τείνει ολοένα προς την Ποίηση και την Περιπέτεια, ναι, την περιπέτεια της ποίησης και την ποίηση της περιπέτειας, όπως μας αρέσει χρόνια τώρα να λέμε. Αλλά σήμερα;
            Σήμερα, οι μητροπόλεις τείνουν να είναι το τέλμα που γεννάει ανθρώπους σαν τον Φίνκλερ και τον Τρέσλαβ, δίχως ευτυχώς να παύουν να φιλοξενούν ανθρώπους σαν τον Λίμπορ. Αλλά μόνο να τους φιλοξενούν. Και όχι να τους επιτρέπουν να δημιουργούν και να δρουν. Οι μητροπόλεις, εν προκειμένω το Λονδίνο, είναι χώροι κατοίκησης απλώς και όχι παιγνιότοποι, όχι εργαστήρια, όχι ατελιέ, δημιουργικότητας. Μακάρι να ξαναγίνουν. Και, ελπίζω, θα ξαναγίνουν. Όλα παίζονται, όλα είναι ανοιχτά, όσο υπάρχουν άνθρωποι, και μάλιστα άνθρωποι που έχουν τη δύναμη να βουρκώνουν, να δακρύζουν, να κλαίνε. Τα δάκρυα μπορούν ακόμη να κυλάνε, και όσο κυλάνε δάκρυα τόσο θα υπάρχει η Αμοιβαιότητα των Δακρύων, όπως όρισε την ποίηση ένας μεγάλος στοχαστής. «Ονειρεύομαι μια ερμηνευτική των δακρύων», γράφει ο πολύτιμος Cioran. Το μυθιστόρημα του Jacobson τελειώνει με δάκρυα. Άρα, τελειώνει με ελπίδα!
           
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μαρούσι, Φεβρουάριος 2011

ΥΓ. Επιθυμώ και από εδώ να ευχαριστήσω, για πολλοστή φορά πλέον, τις εκδόσεις Ψυχογιός για την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν αναθέτοντάς μου τη μετάφραση ενός σημαντικού μυθιστορήματος. Ιδιαίτερα την Αγγέλα Σωτηρίου και την  Ευδοξία Μπινοπούλου για την υπομονή, την επιμονή, την επιμέλεια. Τέλος, ας μου επιτραπεί να αφιερώσω αυτόν  τον καρπό του μόχθου μου στην Ελεάννα Μαρτίνου («Φέρουμε μέσα μας όλη τη μουσική: βρίσκεται στα βαθύτερα στρώματα της ανάμνησης» Cioran).