Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Κώστας Τσώλης


 Η Μνήμη Μόνιμη Εμμονή του Κώστα Τσώλη

[Σημαντική η έκθεση στην Γκαλερί Apartment, όπου ο Τσώλης αναθυμάται και μας θυμίζει κρίσιμες καμπές της Ιστορίας. Φωτογραφίες: Μπαμπασάκης]

















Η θεματική της ζωγραφικής του Τσώλη επικεντρώνεται στις σχέσεις δύναμης και εξουσίας. Η επιλογή του ελαφιού, μιας χαρακτηριστικής και επαναλαμβανόμενης φιγούρας στους πίνακες του παραπέμπει στη σχέση θύτη και θύματος. Η σχέση αυτή αναφέρεται στο προσωπικό αλλά επεκτείνεται και στο συλλογικό. Ζωγραφίζοντας σχεδόν εμμονικά σε αποχρώσεις του μαύρου εικόνες αρχείου που καταγράφουν ευαίσθητες στιγμές στην ιστορία της Ελλάδος, ο καλλιτέχνης επιχειρεί ένα σχόλιο σχετικά με την αμφισημία της ερμηνείας της ιστορίας. Η εσκεμμένα θαμπή απόδοση του θέματος απαιτεί ένα θεατή σε εγρήγορση, που θα επικεντρωθεί στο θέμα, προτού πάρει θέση ή εξάγει τα όποιο συμπέρασμα. Σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους καλλιτέχνες που καταπιάνονται με μια πολιτική εικονογραφία, ο Τσώλης επιχειρεί να αφυπνίσει το θεατή χωρίς όμως να επιβάλλει μια συγκεκριμένη οπτική, αλλά αντίθετα του δίνει απόλυτη ελευθερία στη θέαση και ερμηνεία της εικόνας.
Παράλληλα με την τολμηρή θεματική της, η ζωγραφική του Τσώλη χαρακτηρίζεται από μια εννοιολογική προσέγγιση στο μέσο.  Ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει καταρχήν παραστατικά με αφετηρία μια δημοσιευμένη φωτογραφία. Δε μένει όμως στην πιστή απόδοση του θέματος, ούτε στο σχολιασμό της σχέσης φωτογραφίας και ζωγραφικής. Προχωρά στην αποδόμηση της παράστασης, όχι αφαιρώντας, αλλά προσθέτοντας επιστρώσεις από διαφορετικά υλικά όπως κάρβουνο, γραφίτης και διάφορα βερνίκια, τα οποία σε συνδυασμό με το λάδι της επιφάνειας αποσυνθέτουν την αρχική παράσταση χωρίς ποτέ όμως να την εξαφανίζουν ολοκληρωτικά. Αυτή η διαδικασία “διαγραφής” όπως ο ίδιος ο καλλιτέχνης την χαρακτηρίζει, αποτελεί μια νέα πρόταση για την αφαιρετική ζωγραφική σήμερα. 
Μέσα από τη μονοχρωματική επιφάνεια αναδύεται η παράσταση, την οποία καλείται να ανακαλύψει ο θεατής από απόσταση. Ο καλλιτέχνης ενεργοποιεί με αυτό τον τρόπο το βλέμμα του θεατή. Γράφοντας για τη δουλειά του καλλιτέχνη στον κατάλογο της έκθεσης  “Paint-id”, ο Σωτήρης Μπαχτσετζής αναφέρεται σε μια “ζωγραφική της τυφλότητας” που υπερβαίνει τις συμβάσεις του βλέμματος. Με άλλα λόγια, ο Τσώλης καταθέτει μια τολμηρή πρόταση για μια ζωγραφική εννοιολογική και ουσιαστική, πέρα από τα προφανή όρια της ορατότητας.

Γκαλερί The Apartment

Ιθάκης 29Α, 112 57 Αθήνα, Τηλ: +302103215469 , http://www.theapartment.gr/

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Poetry/Painting


Poem Rothko



Βγάλε

Βγάλε με

Της
Είπα

(μέσα μου)

(έξω
κιχ
δεν
μπόρεσα
ακόμη)

ΒΓΑΛΕ
ΜΕ

Της
Είπα

Απ’

Την

ΚΟΛΑΣΗ

Την
Υπέροχη

Την
Θαυμάσια

Την
Υπέρτατη

Κτλ

Κόλαση

Του

Αλκοόλ

Κι
Ύστερα
Της
Είπα

(μέσα μου)

(έξω

Κιχ

Δεν

Μπόρεσα

Ακόμη)

!
!
!

Α

Ρ

Γ

Ο

Τ

Ε

Ρ

Α


άσε με

λ
ί
γ
ο

ακόμη

εκεί

ά
σ
ε

μ
ε

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

λ
ί
γ
ο

ΛΑΤΡΕΜΕΝΗ


Ακόμη

Εκεί

Π

Ο

Ν

Α

Ω


Πλατεία Παπαδιαμάντη, Απρίλιος 2009










Ο Μπαμπασάκης για τον Παυλόπουλο [ξανά!]

Κρανίου Τρόπος
 
 
Μια έκθεση και ένα βιβλίο από τον Τάσο Παυλόπουλο που δεν παύει στιγµή να λειτουργεί σαν κατάσκοπος του χθες και του σήµερα, αναζητώντας παθιασµένα αυτό που µπορεί να παραµένει ακόµα ζωντανό.

Ο ήλιος της κεφαλής µου έχει όλα τα χρώµατα
Είναι αυτός που καίει τα σπίτια
Από άχυρο
Όπου ζουν οι άρχοντες που διέφυγαν από κρατήρες
Και οι όµορφες κυρίες που γεννιούνται κάθε πρωί
Και πεθαίνουν κάθε βράδυ
Όπως τα κουνούπια
Μπενζαµέν Περέ, «Οι Περασµένοι Καιροί»


Το Dada δεν είναι µόνο σύνθηµα» διάβαζες πριν από ένα τέταρτο του αιώνα σε κάµποσους τοίχους των Εξαρχείων. Πώς µπορούσε ένα ρεύµα της πρωτοποριακής τέχνης, έστω της αντι-τέχνης, να εµπνέει τους πλέον ανυπότακτους νεανίες µιας µικρής χώρας της νοτιοανατολικής Μεσογείου; Μα ακριβώς επειδή το Dada έµοιαζε καλώς συγκερασµένο ώστε να παίζει µε τη διαλεκτική του χρόνου, έµοιαζε καλά εξοπλισµένο µε τρόπους που σε καταβύθιζαν σε ένα αρχέγονο ακατέργαστο παρελθόν, κατόπιν σε επανέφεραν µε φόρα σε ένα παλλόµενο παρόν, κι έπειτα σου έκλειναν το µάτι και µε τα περιβόητα γραφιστικά χεράκια, που κοσµούσαν σχεδόν κάθε ντανταϊστικό έντυπο, σου έδειχναν προς ένα µέλλον που δεν σε αναµένει απλώς αλλά που πρέπει εσύ ο ίδιος, µε παρρησία και οργανωµένα σκιρτήµατα της φαντασίας, να ονειρευτείς και να παραγάγεις. Οι ντανταϊστές επιστράτευσαν πάµπολλους συνδυασµούς παγερής λογικής και πυρωµένης τρέλας, υψίστης σοβαρότητας και αχαλίνωτου χιούµορ, µεθοδικής υπονόµευσης κάθε παραδεκτής αξίας και επινόησης νέων συµπεριφορών, νέων εθίµων και ηθών, προκειµένου να διαµαρτυρηθούν για τον γενικευµένο παραλογισµό του Πρώτου Παγκόσµιου Μακελειού, να συνοδοιπορήσουν, ιδίως στη γερµανική εκδοχή του Dada, µε τα πιο προωθηµένα τµήµατα του εξεγερµένου προλεταριάτου, να δυσφηµήσουν εµπρηστικά κάθε τι αποπειράται να µας στερήσει από τις βαθιά ανθρώπινες ιδιότητές µας. Ένας ποιητής έλεγε ότι ποίηση είναι η αµοιβαιότητα των δακρύων. Ας πούµε ότι Dada είναι η δυναµική εναντίωση στην παρουσία των αχρείων.

Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι δεδηλωµένος λάτρης του Dada. Αλλά, προσοχή: σε καµία περίπτωση δεν είναι ένας µεταντανταϊστής. Ούτε βέβαια κάποιος κατά σχεδόν έναν αιώνα καθυστερηµένος µιµητής των τρόπων του Dada. (Είχαµε πήξει κάποτε από ενοχλητικούς ανθυποµιµητές των όσων µπόρεσαν να κοµίσουν στην Τέχνη και στην Επανάσταση, ή και στις δύο, αυθεντικοί πρωτοπόροι όπως ο Αρθούρος Κραβάν, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Μπενζαµέν Περέ, ο Φρανσίς Πικαµπιά, ο Μαρσέλ Ντυσάν, και τόσοι άλλοι). Ο Παυλόπουλος, απεναντίας, προχωρεί, µε τα χρόνια, σε ένα γόνιµο διάλογο µε τα επιτεύγµατα του Dada, αντλεί από αυτά, τα µπολιάζει µε λογισµό και µ’ όνειρο, τολµάει να τα βάλει να συνοµιλήσουν µε άλλα επιτεύγµατα άλλων τρόπων, ρυθµών, µεθόδων, και γεµίζει εν συνεχεία µε όλα τα χρώµατα τον τόπο του κρανίου του, εκείνο το ευλογηµένο µύχιο στούντιο της αληθινά αληθινής αλήθειας, της πραγµατικά πραγµατικής πραγµατικότητας, ήτοι εκείνο το αµπρί, εκείνο το χαράκωµα, εκείνο το φωτερό και λυτρωτικό, από τουλίπες και ορχιδέες καµωµένο οδόφραγµα όπου µαίνεται λυσσαλέα ο πόλεµος ανάµεσα στους πολυάριθµους κακοµούτσουνους κανάγιες και στους αγγελόµορφους happy few.

Στην άτυπη τετραλογία του «No Parking…» (Άγρα, 2000), «Κόλο Κόλο» (Άγρα & Kalfayan Galleries, 2005), «Άχρηστο Κεφάλι» (Kalfayan Galleries & Εκδόσεις Τέχνης Οίστρος, 2006), και «Κρανίου Τόπος» (Kalfayan Galleries, 2008), ο Παυλόπουλος δεν παύει να λειτουργεί σαν ένας κατάσκοπος του Σήµερα στο Χτες, σαν ένας αυτόκλητος ιχνηλάτης που αναζητάει παθιασµένα αυτό που µπορεί να παραµένει ακόµη ζωντανό, όλο σκιρτήµατα και κραδασµούς, κι έτσι µπορεί να σµίξει µε ό,τι θέλει να πάλλεται και στον καιρό µας. Ο Πικαµπιά σµίγει µε τον Καραγκιόζη, µια ωραία καρικατούρα του ζωγράφου παίζει σκάκι µε τον Μαρσέλ Ντυσάν στο νυν, η κάπως ρενεµαγκριτική µορφή µε το επίσηµο καπέλο και το άψογο κοστούµι που δεσπόζει στον περιλάλητο, συγκλονιστικά καινοτόµο πίνακα «Pieta or Revolution by night» (1923) του Μαξ Ερνστ µετατρέπεται διά χειρός (και µυελού) Παυλόπουλου σε ένα κράµα κουτσαβάκη, ρεµπέτη, ξεπεσµένου µπάτσου και κακοµοιριασµένου τραµπούκου. Ο πανίσχυρος και επίφοβος κροκόδειλος γίνεται, µε µια ντρίπλα δεξιοτεχνική, µια ντρίπλα που δεν την κάνει άλλος από τον δαντελένιο ποδοσφαιριστή που είναι η παιδική µας ηλικία όταν έβλεπε κροκόδειλους στα έργα µε τον Ταρζάν, µεζεδάκι, καρφωµένο σ’ ένα γιγάντιο πιρούνι, αεροπλανάκι για να παίζουν οι πιτσιρικάδες ή µεταλλικό φόντο για την εξαίσια, τόσο επίκαιρη σήµερα, απόφανση του Σάµιουελ Μπέκετ, «Όταν είµαστε µες στα σκατά ως το λαιµό, δεν µένει παρά να τραγουδήσουµε».

Κάθε φορά που αντικρίζω και απολαµβάνω έργα του Παυλόπουλου (είτε σε γκαλερί, είτε σε λευκώµατα και βιβλία, είτε στους τοίχους, αλλά και στο καζανάκι της τουαλέτας, του τζαζ καλλιδροµιακού ουισκάδικου «Ο Ένοικος», όπου κάψαµε κάµποσα χρόνια της ζωής µας και αρίφνητα εγκεφαλικά κύτταρα για να γίνουµε ακόµα πιο ανθρώπινοι, βεβαίως βεβαίως), µου έρχονται τρία πράγµατα στο ελβετικό τυρί που είναι ό,τι απέµεινε από τον κάποτε κραταιό εγκέφαλό µου:

Πρώτον, ότι θεωρώ τον κρανίου τρόπο του εν λόγω καλλιτέχνη απέναντι στους προδρόµους του ως βέβηλο σεβασµό και σεβάσµια βεβήλωση. Που σηµαίνει, όπως κάνουν πολλά παιδιά µε τα καινούργια τους και αγαπηµένα τους παιχνίδια, θαυµάζω, χαλάω, διαλύω για να δω τι έχει µέσα (έτσι λέγαµε, µικρά σαν ήµασταν), και συναρµολογώ εκ νέου, µε άλλη διευθέτηση, δική µου, του γούστου µου προσωπική µου, τα κοµµάτια από διαφορετικά παιχνίδια για να φτιάξω ένα καινούργιο, πρωτόγνωρο, καινοφανές.
Δεύτερον, ότι είχα διαβάσει κάποτε, κατάπληκτος από τη σπάνια ευστοχία του κριτικού, πως τα τραγούδια του Τοµ Γουέιτς έχουν την ιδιαιτερότητα να σου φαίνεται ότι τα έχεις ξανακούσει, κάπου, κάποτε, και τα έχεις ήδη κάνει κτήµα σου, τα φέρεις στο µυαλό, στην καρδιά, και σ’ όλο σου το µυϊκό σύστηµα, ακόµα κι αν είναι από τον τελευταίο του δίσκο και τ’ ακούς πρώτη φορά, και έχεις επίγνωση φυσικά ότι τ’ ακούς πρώτη φορά. Όπως ο Γουέιτς χάνεται στους ρυθµούς και τις µελωδίες του Βαθέως Νότου, στα περίτεχνα κοσµηµένα µε λαϊκά µοτίβα µουσικά δηµιουργήµατα του Κουρτ Βάιλ, σε ακατάσχετους κι ακατάστατους ήχους της µεγαλούπολης, σε λαϊκά χαµούρικα τραγούδια που ακούγονται στα µπορντέλα, αλλά και σε θορυβώδεις εκρήξεις ενός αβανγκαρντίστα όπως ο Καρλ Χάιντς Στοκχάουζεν, για να τα κάνει ένα, να τα κάνει δικό του, καινούργιο, πρωτάκουστο ήχο, έτσι και ο Παυλόπουλος γυροφέρνει στα συνήθως κακόφηµα στην εποχή τους σοκάκια της αδάµαστης και ιδιοσυγκρασιακής δηµιουργικότητας, στα παιδικά περίτεχνα εικαστικά παίγνια του τύπου «Πού είναι ο Γουόλυ», σε λαϊκές ζωγραφιές που κοσµούσαν κάποτε τα καφενεία, αλλά και σε µιαν ανεστραµµένη (µε την έννοια της αναστροφής που επιχείρησε ο Μαρξ στη διαλεκτική του Εγέλου ώστε να σταθεί όπως πρέπει) pop art, στην οποία προσδίδει ένα ανατρεπτικό νόηµα που δεν είχε, και ενδεχοµένως δεν ήθελε να έχει, ούτως ώστε να κάνει τούτο τον διόλου τυχαίο αχταρµά δικό του και να µας τον προσφέρει δυναµικά, αναπαλαιώνοντας ό,τι είχε σηµασία και σκουπιδιάζοντας (ας µου επιτραπεί η γκαγκάν ορολογία, άλλωστε τεχνοκριτικός δεν είµαι), ό,τι δεν άξιζε παρά να σκουπιδιαστεί.

Τέλος, και τρίτον, µου έρχεται στο µυαλό, ίσως µέσα από τη διαδικασία κάποιας ποτισµένης στην αιθυλική αλκοόλη συνειρµικής ψευτο-συναισθησίας, η δουλειά ενός σηµαντικού έλληνα λογοτέχνη, του Παναγιώτη «Πητ» Κουτρουµπούση, ο οποίος, καθώς ξέρω, λατρεύει επίσης το Dada και, στα ακαριαία, εξόχως πρωτότυπα και γεµάτα ψυχωφελές χιούµορ αφηγήµατά του, το µπολιάζει µε διαβάσµατα από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, µε τα εξωφρενικά κατορθώµατα των ηρώων της λεγόµενης παραλογοτεχνίας, µε τον Καραγκιόζη, µε τα νουάρ της «Μαύρης Μάσκας», µε υψηλές αλλά και ξεφτιλέισον στιγµές της επιστηµονικής φαντασίας, µε την υβριδική γλώσσα κάποιων παµπάλαιων µεταφράσεων έργων του Ιουλίου Βερν και µε την αργκό των ρεµπέτηδων. Το νόστιµο εν προκειµένω έγκειται στο ότι µοιάζει ασφαλώς ο ζωγράφος Παυλόπουλος να είναι το εικαστικό αντίστοιχο του συγγραφέως Κουτρουµπούση, και αντιστρόφως, αλλά επίσης συµβαίνει ο Κουτρουµπούσης να ζωγραφίζει κιόλας, και µάλιστα πολύ καλά, ο δε Παυλόπουλος να γράφει επίσης, και µάλιστα, ξανά επίσης, πολύ µα πολύ καλά!

Ας κλείσω, δίνοντας το λόγο στον ίδιο τον Παυλόπουλο: «Η τέχνη που προβάλλουν οι καιροί µας αποτελεί µιαν απόπειρα αναγωγής του σοκ σε αξία καθαυτή. Έχει, όµως, κάποιο νόηµα η χρησιµοποίηση µιας πρόκλησης, όταν αυτή δεν µπορεί πια να σοκάρει; Τα πράγµατα έχουν πια αναποδογυριστεί, και σήµερα είναι ο αστός ‘πελάτης’ που σοκάρει τη λεγόµενη πρωτοπορία. Την ντροπιάζει, αντιδρώντας όχι µε το σοκάρισµα αλλά µε την απόλαυση και, ανοίγοντας το χοντρό πορτοφόλι του, την ΑΓΟΡΑΖΕΙ και το γλεντάει αφάνταστα. Ποιος σοκάρει ποιον σήµερα; Ο µπίζνεσµαν καλλιτέχνης που θα παντρευτεί µια διάσηµη πορνοστάρ ή ο δισεκατοµµυριούχος συλλέκτης που θα πεταχτεί µε το ιδιωτικό του τζετ, για να γίνει… κουµπάρος αυτού του µάρκετινγκ γάµου;»

Το βιβλίο «Κρανίου Τόπος» εκδόθηκε µε αφορµή την έκθεση του Τάσου Παυλόπουλου «Κρανίου Τόπος» που φιλοξενείται στις Kalfayan Galleries, Χάρητος 11, Κολωνάκι, έως τις 8 Μαρτίου 2008.
  

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Τα λέγαμε το 2009, ας τα πούμε και το 2011

ΔΙΧΩΣ ΜΥΘΟ (ΔΕΝ ΠΕΙΘΩ)




[Το ακόλουθο είχε διαβαστεί στο Κανάλι 1, Πειραιάς, 90,4 FM 
στη σειρά Ραδιοχρονογραφήματα του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, 
στις 30 Αυγούστου 2009.
Στη φωτογραφία, ο Walter Benjamin, 
και στο Σημειωματάριό του]



Ζούμε, χρόνια τώρα, αν όχι και δεκαετίες, μια παρατεταμένη κρίση. Μια κρίση σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις σφαίρες, σε όλους τους τομείς. Κι ακόμα: σε όλα τα μετερίζια, σε όλα τα στέκια, σε όλα τα κονάκια,. Κι αυτό είναι το αγρίως ανησυχητικό, αυτή η πολυδιάσπαση κάθε κοινωνικού χώρου και η καλπάζουσα μολυσματική δράση όλων των ιών της κρίσης σε μέρη που διατηρούσαν την ακεραιότητά τους και παρέμεναν απρόσβλητα από τέτοιους ιούς.
Ναι, οι Μεγάλες Αφηγήσεις, καθώς έλεγε ο (μάλλον δικαίως λησμονημένος) Jean-Francois Lyotard, προκάλεσαν μέγιστα λάθη, ολέθρια πολλές φορές. Από την άλλη, κοινωνία δίχως αφηγήσεις δεν μπορεί να σταθεί, πόσο μάλλον να ευδοκιμήσει, να παράξει έργο και έργα, να γεννήσει δημιουργικές προσωπικότητες, να εμπνεύσει. Εδώ και χρόνια, ο λόγος των κοινωνιών και των κοινωνικών ομάδων πάσχει από μια πεζολογία ολοένα και πιο αφόρητη, μιας και εν ονόματι κάποιου μάλλον αφηρημένου πραγματισμού, εν ονόματι ενός μισοκακόμοιρου ρεαλισμού, εξοστρακίζεται άλλοτε άτσαλα και άλλοτε μεθοδικά κάθε ποίηση, κάθε όραμα, κάθε τάση ανάτασης ψυχικής, πνευματικής, δημιουργικής.
Η Αριστερά, αυτό το πελώριο και πολύπτυχο σχήμα και συνάμα όραμα, είχε κατορθώσει, περνώντας απ’ όλες τις Συμπληγάδες που βάζει νους ανθρώπου, να παραμείνει μια Αφήγηση, μια αντίληψη για τον κόσμο και εντός του κόσμου, ένας έλλογος μύθος, ένα εφαλτήριο πράξεων, και η Πράξη, έλεγε ο Walter Benjamin, είναι η Αδελφή του Ονείρου. Η Αριστερά, πασών των τάσεων και των αποχρώσεων, είχε τους ήρωές της, μορφές ευγενικές που ενέπνεαν άλλες, εξίσου ευγενικές, μορφές, αλλά και μορφές σκληρές, σκληρυσμένες από τα γεγονότα, ανθρώπους ικανούς για όλα, ακόμα και να φονέψουν τον αδελφό τους εν ονόματι της Ιδέας, της Υπόθεσης, της Γραμμής, του Κόμματος. Η Αριστερά είχε στα χαρακώματά της ανθρώπους όπως ο Antonio Gramsci, o György Lukács, o José Carlos Mariátegui (για να μνημονεύσω τρεις «αγίους δαίμονες» της Αριστεράς που η ίδια η Αριστερά μοιάζει να έχει λησμονήσει, ενώ προσωπικά είμαι βέβαιος ότι θ’ αρχίσουν να συζητιούνται ολοένα και περισσότερο), είχε επίσης στα αιρετικά της προάστια μυριάδες προσωπικότητες με σκέψη πρωτότυπη, με ιδέες απανωτές και γόνιμες, με διάθεση για δράση δυναμική και ρηξικέλευθη.
Πάνω απ’ όλα, ιδίως στις ελευθεριακές και αναρχικές παρυφές της, η Αριστερά υιοθετούσε έναν τρόπο ζωής που γοήτευε, και μάλιστα καταλυτικά. Ακόμα και ο στίχος του Σαββόπουλου «Θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία/ και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία», συνοψίζει τον τρόπο ζωής του μέσου Αριστερού: διάβασμα, κρυφές συναντήσεις, οράματα, ιδέες, σκάκι, ταμπάκο, καφές, πιοτό, κουβέντα, άκρατος αντικομφορμισμός. Ο Αριστερός ήταν κάποτε εξ αγχιστείας, ενίοτε και εξ αίματος, συγγενής του μποέμ, του ρέμπελου, του εξεγερμένου μέσα στην καθημερινή ζωή. Η Αριστερά είχε σχέσεις στενότατες με την Ποίηση (και όχι μονάχα με την της τυπωμένης σελίδος ποίησιν, αλλά την Ποίηση που είναι, ως έλεγε ο Νίκος Καρούζος, «οξυγόνο αντιδιαστολής»).
Το στοίχημα χάνεται – ίσως χάθηκε ήδη από την στιγμή που η Αριστερά άρχισε να ξεστρατίζει από την Ποίηση, από την Λύσσα για Ζωή, από το Πόκερ της Σαγήνης. Το στοίχημα χάνεται αφ’ ης στιγμής ξεφτίζει η Αφήγηση, απομακρύνεται ο Μύθος, εκδιώκεται η Γοητεία. Αλλά τα στοιχήματα δεν παίζονται μια κι όξω. Και όπως όλοι ξέραμε κάποτε, και καλόν είναι να το θυμηθούμε πάλι, έχει ο καιρός γυρίσματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Shakespeare Squadron, II


Shakespeare Squadron, II



Ο Τσάλαντι, όχι, δεν τον χτύπησε ο Τσάλαντι, εγώ τονε χτύπησα, εγώ τον βάρεσα, δική μου η γροθιά που τον σώριασε. Αναιμική γροθιά, αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια, ήτανε τύφλα και δαύτος, σάστισε, δυο μέτρα μαντράχαλος, ούτε που το περίμενε από μένα να του τη φέρω, κλονίστηκε, ταλαντεύτηκε, σωριάστηκε. Παράτησαν οι άλλοι τον Τσαλ και χίμηξαν πάνω μου. Αντεπιτίθεται ο Παλιοσειράς, μπαίνει στη μάχη κι ο Λαρισαίος, ορμάει ο Μπολώνιας, κρααααακ, θρύψαλα το πικάπ, γκντουβγκγκγκγκγκγκμπανγκτντάουουουουουμμμ!!! – πάνε τα ράφια με τα μπουκάλια όλα, ω πάει το Jameson, πάει το Johnny, πάει η Absolut, να σου κάτω και οι τεκίλες, τα μαρτίνια, χαμός, τρέλα, πανικός, γενικεύεται η σύρραξις, σφοδρή η κλοτσοπατινάδα, θαρρείς βγαλμένη από κάτι αμερικάνικες ταινίες, μονάχα που δεν είμαστε εδώ σε μπαράκι του Ελ Έι αλλά στης Μυτιλήνης το λιμάνι, στην «Ουτοπία» όπως έλεγαν το στέκι, αυγή της τρελής δεκαετίας του ενενήντα, φαντάροι στα τριάντα μας, ο Τσαλ κι εγώ, στα τριάντα τρία τους οι Παλιοσειράς Λαρισαίος Μπολώνιας, κι είν’ η πρώτη φορά που μπλέκουμε σε άγριο καβγά. Τι να λέει, που λένε και στο Βόλο. Τι να λέει!
          Όλα άρχισαν από τότε που εκείνος ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε την Glendora, έλεγαν οι Τζούμας Κωνσταντίνος  και Παναγιωτίδης Άλκης, πάνε χρόνια, τι χρόνια, δεκαετίες, παλαίμαχοι κι αυτοί, ναι, καραβάνες παλιές και ωραίες, πρωτεργάτες της Μεγάλης Αντίστασης ενάντια στη Δικτατορία του Κόκκινου Κιτς, αλλά εμείς δεν είχαμε πολλά πάρε-δώσε με το βελούδο του ροκ-εντ-ρολλ κλασίκ, μπα, ήμασταν παιδιά της τζαζ, και των μπητνίκων ετσιθελικοί γόνοι,  εξ ου και Τσάλαντι ο ένας, Τζόρτζουακ ο άλλος, και πάει λέγοντας, με τον Ντοστογιέφσκι επ’ ώμου και υπό μάλης τον Ρεμπώ, με ανοικονόμητα πλησιάσματα στον Ιησού, με τις μπίρες να ρέουν αφειδώς και με τα μάτια μας κόκκινα μονίμως και πρησμένα από τη φιλοποσία, τη φιλοκαπνία και μιαν αυτοσχέδια, τεθλασμένη, ο θεος-να-την-κάνει φιλοσοφία.
          Φορέσαμε τις φαιοπράσινες, πιάσαμε τα G3A3 και τα ΗΚ11, και ζωστήκαμε τις παλάσκες, δέσαμε τα κορδόνια στα καλογυαλισμένα άρβυλά μας, χτυπήσαμε νούμερα γερμανικά, ήπιαμε σε καραβάνες τσάι και καφέ, τα παγούρια μας τα γεμίσαμε με βότκα, αμέ, όλα τα κάναμε, κι αναφορές δώσαμε, και θαλαμοφύλακες θητεύσαμε, κάναμε τους μήνες να κυλάνε απαλά, καπνίζαμε το τσιγαράκι μας και λαχταρούσαμε κι εμείς όπως κι η πιτσιρικαρία πότε θα πάρουμε την τετραήμερη για να βρεθούμε με τους φίλους και τις ερωμένες μας.
          Ο Τσάλαντι έλαβε αίφνης ένα χαρτί, κι από κει που θα ’κανε δεκαοχτάμηνο όπως εγώ, του το γύρισαν σε δωδεκάμηνο, και την επαύριον άντε πάλι με το καλό καλός πολίτης. Να το γιορτάσουμε, παίδες, λέει ο Τσαλ και ντυνόμαστε με τα ωραία μας πολιτικά και βγαίνουμε σουλάτσο, χτυπάμε ένα ταβερνείο μια σταλίτσα, με τυρί στη λαδόκολλα, με Καζαντζίδη στο παμπάλαιο τζουκ-μποξ, με ούζο το καζανιστό λεγόμενο να μας φουντώνει φίνα. «Ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο νέοι», λέει ο Τσαλ. «Εξάλλου εκείνοι που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι», λέει ο Λαρισαίος. «Η ζωή είναι ωραία, η ζωή είναι εύκολη», λέει ο Μπολώνιας. «Τα πάντα free», λέει ο Παλιοσειράς. «Δεν είναι ζωή αυτή που κάνουνε οι άλλοι», λέει ο ταπεινός σας ανταποκριτής. Πίνουμε και πίνουμε και πίνουμε.
          Ο Τσαλ προτείνει περιοδεία στα ποτάδικα – ποτοσχολαστήρια, τα έλεγε ο Καρούζος. Άντε, φύγαμε. Τα γυρίσαμε όλα, με αλφαβητική σειρά. «Ανναμπέλα», «Βαπόρι», «Δώμα», «Καρολίνα», και πιάνουμε «Ουτοπία» για τα τελευταία σκοτσέζικα. Και τον Τσαλ τον πιάνει η παπαδιαμαντομανία κι αρχίζει, ο μη-πω, να ζητάει συγγνώμες δώθε κείθε, όπως ο κυρ-Αλέξανδρος όταν ήτανε ν’ αφήσει την Αθήνα και να πιάσει Σκιάθο. «Για ό,τι κι αν έκανα», να κάνει ο Τσάλαντι, «να με συγχωρήσετε ζητώ». Άλλοι του χαμογελάνε, του μεθυσμένου, άλλοι συνεχίζουν αδιαφορώντας να τα λένε, άλλοι του λένε συχωρεμένος να ’σαι, άλλοι μουρμουρίζουν ένα ενοχλημένο κι εμένα τι με νοιάζει, κι ο Τσαλ να μην αφήνει ούτε ένα τραπεζάκι δίχως να το επισκεφτεί και συγγνώμη να ζητήσει. Στα ηχεία μια χτυπιότανε ο Ίγκι Ποπ και μια ψέλλιζε τρυφερά ο Τσετ Μπέικερ.
          Και κάποια στιγμή, άρχισε το πατατράκ. Ο καθαρόαιμος βλάκας παρεξηγεί τον παπαδιαμαντισμό του Τσάλαντι. Τι ζητάς συγγνώμη ρε, λέει αβρότατα, τι, γιατί, μπας και μου γάμησες τη γυναίκα, αυτό είναι, μου τη γάμησες τη γυναίκα, και ζητάς συγγνώμη κι από πάνω, τώρα θα σε γαμήσω εγώ εσένα, να δεις, και πέφτει η πρώτη, κι ο Τσαλ ξεχνάει τον Ακέραιο Κυρ-Αλέξανδρο και θυμάται με χρονολογική σειρά Κραβάν Χέμινγουεϊ Μέιλερ κι αρχίζει το μπουνίδι, σήκω Ντάντε να μας δεις, τις γροθιές μας να χαρείς.
          Εγώ βάρεσα και σώριασα τον μαντράχαλο. Την κοπανάμε. Μας πιάνουμε πιο κάτω. Τίγκα στις μελανιές και στους μώλωπες άπαντες οι γερόγεροι, συν η σπασμένη μύτη του Τσαλ. Γκαντεμιά! Ο δικός μου σωριασθείς ήτανε υπολοχαγός, πού να το ξέρω ο έρμος. Μία έριξα, γερή δε λέω, και τώρα μας πάνε μπλε μαρέν, σιδηροδέσμιους, και συνοδευόμενους από ένοπλους λεβέντες, στην Ταξιαρχία, στην Καλλονή. Μας κόβει ο Ταξίαρχος που είμαστε υπερήλικες για φαντάροι, κόβει το άσπρο μαλλί του Τσαλ, τη φαλακρίτσα του Λαρισαίου, την πλισέ μουρίτσα του Μπολώνια, την κοιλιά του Παλιοσειρά, τη βέρα στον παράμεσό μου. «Και δηλαδή τι είστ’ εσείς και χτυπάτε και υπολοχαγούς;»
          «Αρχαιολόγος», απαντάει ο Τσαλ.
          «Γιατρός», κάνει ο Μπολώνιας.
          «Οικονομολόγος», λέει ο Λαρισαίος.
          «Εθνολόγος», δηλώνει ο Παλιοσειράς.
          «Κοινωνιολόγος», ψεύδομαι εγώ.
          «Να χέσω τα πτυχία σας», αποφαίνεται ο Ταξίαρχος. «Χαθείτε απ’ τα μάτια μου», συμπληρώνει έτοιμος να σκάσει στα γέλια. «Και καλά μυαλά», καταλήγει.
          «Φτηνά τη γλιτώσαμε πάλι. Τα λέμε στην Αθήνα», μου ψιθυρίζει ο Τσαλ όταν μας φορτώνουν πάλι στην «καναδέζα» με προορισμό το σύνταγμα.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Απρίλιος 2005

         
         
         








Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Ο Μπαμπασάκης γράφει για τον Jean Genet


Ζαν Ζενέ
Ο Αιχμάλωτος του Έρωτα







«Ω αφήστε με τίποτε άλλο να μην είμαι εξόν από ομορφιά, κάλλος και μόνο κάλλος και πάντα κάλλος. Αργά ή γρήγορα θα φύγω, μα ως τότε θα τολμήσω ό,τι πρέπει να τολμηθεί. Θα καταστρέψω τα φαινόμενα». Μ’ ένα τέτοιο λόγο, ποιητικό αλλά και γυμνό, τάμα στην αλήθεια, ανάθημα σε ό,τι μέσα μας σκιρτάει και σαλεύει και παλεύει να ειπωθεί, να λάμψει σαν αστραπή σε κίνηση αργή και να φωτίσει σκοτεινά μύχια, να αποκαλύψει, όπως οι φωτοβολίδες στη μάχη, τις κρυφές θέσεις του εχθρού, ο Ζαν Ζενέ, παρίας, γιος ενός πατέρα αγνώστου και μιας πόρνης που τον παράτησε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, παιδί-θαύμα, επίδοξος κινηματογραφιστής, κατόπιν κλέφτης, ομοφυλόφιλος, κατάδικος, ποιητής της βίας, πεζογράφος σπάνιας ευαισθησίας, θεατρικός συγγραφέας, συμπαραστάτης των ταπεινών και καταφρονεμένων, μπόρεσε να κερδίσει μια φήμη ζηλευτή, να γίνει τιμώμενη προσωπικότητα του πολιτισμικού κόσμου της Γαλλίας, να αποδείξει ότι με το χαρτί και το μολύβι μπορείς να κάνεις θαύματα.
Ο Ζαν Ζενέ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1910 και έμελλε να ζήσει εβδομήντα έξι χρόνια μέσα σε κελιά και κάμαρες μικρών φτηνών ξενοδοχείων. Σε μια τέτοια κάμαρα, με μοναδικά έπιπλα ένα κρεβάτι, μία καρέκλα κι ένα τραπεζάκι, ο συγγραφέας της «Παναγίας των Λουλουδιών» άφησε την τελευταία του πνοή, στις 15 Αυγούστου του 1986. Ήδη από τα δέκα του χρόνια άρχισε να προβαίνει σε μικροκλοπές, να είναι φυγάς από μια πραγματικότητα πνιγμένη στις συμβάσεις, να ζει σε έναν κόσμο όπου η βία και το όνειρο έμοιαζαν να είναι οι αντίπαλοι, αλλά και διαρκώς αλληλοεξαρτώμενοι, πόλοι. Στα δεκατρία του συνελήφθη για πρώτη φορά, δραπέτευσε, εντοπίστηκε στη Νίκαια όπου και πάλι έπεσε στα χέρια των αστυνομικών. Οι αρχές τον παρέδωσαν στον φημισμένο τραγουδοποιό Rene de Buxeil, ο οποίος ανέλαβε την κηδεμονία του έφηβου ταραξία. Αλλά ο παραβάτης δεν άργησε να το σκάσει φροντίζοντας να κλέψει όσα χρήματα βρήκε στην κατοικία του κηδεμόνα του. Τον συνέλαβαν σ’ ένα τρένο όπου, βέβαια, είχε επιβιβαστεί λαθραία και δίχως εισιτήριο. Οι επανειλημμένες κλοπές, συλλήψεις, αποδράσεις προκάλεσαν την οργή των δικαστών, και ο πιτσιρικάς βρέθηκε έγκλειστος σε μιαν από τις πιο σκληρές σωφρονιστικές αποικίες της εποχής εκείνης, στο Mettrai, όπου η βαναυσότητα, οι βιαιοπραγίες, και οι συνακόλουθες αυτοκτονίες ήταν στην ημερήσια διάταξη. Τα κελιά ήσαν βαμμένα κατάμαυρα, και με λευκά γράμματα υπήρχε σε περίοπτη θέση η απειλή «Ο Θεός σε βλέπει». Καταναγκαστικά έργα την ημέρα, βιασμοί και ξυλοδαρμοί τη νύχτα: ιδού το αναμορφωτικό φιλεύσπλαχνο πρόγραμμα που εφάρμοζαν οι άνθρωποι του νόμου. Ο Ζενέ δεν λησμόνησε ποτέ τα τρία άγρια χρόνια που πέρασε σ’ αυτό κολαστήριο, και έκτοτε χρονολογείται η απόλυτη δυσπιστία του απέναντι σε κάθε λογής ευυπόληπτη συμπεριφορά, κόσμια διαγωγή, έκφανση του κράτους και της λεγόμενης δικαιοσύνης.
Απ’ τη φυλακή στο στρατό, και ένστολος ο Ζενέ υπηρετεί στη Συρία και στο Μαρόκο, αλλά και πάλι κυριεύεται από την ασίγαστη μανία της ελευθερία και έρχεται να προσθέσει ακόμα ένα έγκλημα στην ανθοδέσμη των παραβάσεών του: την λιποταξία! Δεν ήταν γεννημένος για να υπακούει, κι έτσι απλώνει χέρι στα υπάρχοντα των άλλων στρατιωτών και φεύγει. Προμηθεύεται ένα πλαστό διαβατήριο και, σαν τον πρόγονό του, τον Αρθούρο Ρεμπώ, διασχίζει σχεδόν ολόκληρη την Ευρώπη με τα πόδια, ζώντας ως αρσενική πόρνη, διαρρήκτης, κλέφτης. Βέβηλος εξ ιδιοσυγκρασίας, αρέσκεται να απογυμνώνει τις εκκλησίες από ό,τι πολύτιμο στέγαζαν. Η Βαρκελώνη, το Παλέρμο, το Βελιγράδι, το Βερολίνο ένιωσαν το εφήμερο επικίνδυνο πέρασμα του Ζενέ από τα κακόφημα σοκάκια και τις σκοτεινές γειτονιές τους. Μάλιστα, και αυτό αποτελεί ισχυρό τεκμήριο της χιουμοριστικής πτυχής του πάντα αντιεξουσιαστή Ζενέ, ο συγγραφέας του «Ημερολόγιου ενός κλέφτη» και των «Δούλων», αποφάσισε να μην διαπράξει την παραμικρή παράβαση του νόμου στη Γερμανία του Χίτλερ, διακηρύσσοντας ότι πρόκειται για μία χώρα που είναι ήδη απολύτως παράνομη!

Αηδιασμένος από τον ναζισμό, ο Ζενέ επιστρέφει στο Παρίσι όπου αρχίζει να κλέβει συστηματικά τα περίφημα υπαίθρια βιβλιοπωλεία του Σηκουάνα. Ξετρελαίνεται με το διάβασμα και καταβροχθίζει τεράστιες ποσότητες υψηλής λογοτεχνίας. Επιδεικνύοντας και πάλι ένα είδος χιουμοριστικού εστετισμού, επιστρέφει πάντα στους ιδιοκτήτες τους τα βιβλία των συγγραφέων που θαυμάζει, ανάμεσά στους οποίους οι κορυφαίοι Γουσταύος Φλομπέρ, Αρθούρος Ρεμπώ, Στεφάν Μαλλαρμέ και Κάρολος Μπωντλαίρ.
Γοητευμένος από την ποίηση, από τις εκλάμψεις που μπορεί να προσφέρει μια καλογραμμένη σελίδα, ο Ζενέ στρέφεται από το διάβασμα στο γράψιμο. Η ευρυμάθειά του νεαρού άντρα είναι εκπληκτική και αποτελεί ένα αναγκαίο οξυγόνο, ένα «οξυγόνο αντιδιαστολής» καθώς έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος, που του επιτρέπει να ανθίσταται στη δυσωδία των καιρών του. Λίγο πριν από το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ζενέ θα γνωρίσει τον πολυτάλαντο ποιητή, συγγραφέα, ζωγράφο και σκηνοθέτη Ζαν Κοκτώ, ο οποίος δεν θ’ αργήσει να σαγηνευτεί από την προσωπικότητα του κακοποιού που είναι συνάμα ικανός για απίστευτες εξάρσεις λυρικού ρομαντισμού. Ο πάντα γενναιόψυχος Κοκτώ θα φέρει τον Ζενέ σε επαφή με την αφρόκρεμα της παρισινής διανόησης, κυρίως τον Ζαν Πολ Σαρτρ, συγγραφέα μετέπειτα ενός ογκώδους βιβλίου για τον Ζενέ, την Σιμόν ντε Μποβουάρ, τον Αλμπέρ Καμύ. Η πτώση του Παρισιού βρίσκει τον Ζενέ και πάλι στη φυλακή. Κινδυνεύει άμεσα να μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, και τον σώζει, τελευταία στιγμή, η δραματική έκκληση του Κοκτώ. Ο Ζενέ, έμπλεος ευγνωμοσύνης, αφοσιώνεται ολοένα και περισσότερο στο γράψιμο, σ’ αυτόν τον λυτρωτικό φονιά της μοναξιάς και της απόγνωσης. Αδιαφορώντας για την γραμμική εκτύλιξη της πλοκής, ουσιαστικά συνθέτει τα πεζογραφήματά του με ποιητικές ψηφίδες, με λέξεις που τις χρησιμοποιεί σαν νότες, με περιδινήσεις της φαντασίας, ενός οραματικού οίστρου που τον κάνει να βλέπει να δεσμά ενός βαρυποινίτη ως εάν να ήσαν γιρλάντες με ρόδα. Οι κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας, οι πόρνες και οι ομοφυλόφιλοι και οι μαστροποί και οι πορτοφολάδες και οι κράχτες και οι νταήδες κινούν την πένα του Ζενέ πάνω σε λερά χαρτιά, ακόμα και σε κομμάτια από υφάσματα και πετσέτες, που ο ποιητής τα χειρίζεται λες και είναι πάλλευκα πεντάγραμμα. Προτού κλείσει τα τριάντα έχει ήδη καταπιαστεί με τη σύνθεση του πρώτου αριστουργήματός του, της «Παναγίας των Λουλουδιών» που έμελλε να εκδοθεί το 1944 και να θαμπώσει την γαλλική διανόηση με την εκτυφλωτική ποιητική δύναμή του.
Επί σχεδόν μία δεκαετία, ο Ζενέ γράφει κυριευμένος από ιερή μανία. Το ατελιέ του είναι, φυσικά, πάντα ένα κελί, και το κοινό του δεν είναι παρά ο ίδιος του ο εαυτός. Γράφει για να μην χάσει τα απομεινάρια της παλλόμενης αξιοπρέπειάς του, γράφει για να ξορκίσει την πείνα και τη βαναυσότητα, γράφει για να διασώσει, εντός του πρώτα απ’ όλα, τους κώδικες και τη γλώσσα ενός απόλυτα περιθωριακού σύμπαντος. Τα αυτοβιογραφικά του μυθιστορήματα, γραμμένα όλα μες στα κολαστήρια, στη δεκαετία του 1940, ανακηρύσσουν από μόνα τους τον Ζενέ σε μεγάλο μάστορα της γαλλικής γλώσσας, σε ποιητή πρώτου μεγέθους, σε άρχοντα της γραφής. «Ήμουνα μόνος», γράφει. «Τα πάντα είναι απόντα μες στη φυλακή, ακόμα και η ίδια η μοναξιά».
Το 1948, ο Ζενέ θα συλληφθεί και πάλι για διάρρηξη και κλοπή. Οι δικαστές είναι αμείλικτοι. Αυτή τη φορά καταδικάζεται σε ισόβια δεσμά. Και πάλι ο Ζαν Κοκτώ, συνεπικουρούμενος από τον Σαρτρ και τον Αντρέ Ζιντ, ηγείται μιας εκστρατείας για την αποφυλάκιση του συγγραφέα. Η Γαλλία δείχνει για μιαν ακόμα φορά τον σεβασμό της προς τη μεγάλη ποίηση και τους γνήσιους ποιητές. Ο Ζενέ απελευθερώνεται με προεδρικό διάταγμα. Εκφράζει την ευγνωμοσύνη του με ένα ποίημα στο οποίο εκθειάζει τις αρετές των εγκληματιών και παρουσιάζει το κελί της φυλακής σαν μοναστικό τόπο γεμάτο ευλάβεια και αχαλίνωτες ερωτικές φαντασιώσεις. Συνάμα, δοκιμάζει τις δημιουργικές του ικανότητες στη δραματουργία και ολοκληρώνει τα περιλάλητα και πολυπαιγμένα θεατρικά του έργα, ανάμεσα στα οποία οι «Δούλες», οι «Νέγροι» και το «Μπαλκόνι». Ζει πάντα σε κάμαρες μικρών ξενοδοχείων, αρνείται να έχει άλλα υπάρχοντα εξόν από μια αλλαξιά ρούχα. Γράφει τη νύχτα, πάντα, περιβαλλόμενος από χαρτιά που τα γεμίζει σα μανιακός, και καταπίνοντας αλλεπάλληλες αμφεταμίνες, ενώ κοιμάται τη μέρα, υπό την επήρεια υπνωτικών.  Το κρανίο του το ξυρίζει τακτικά, και διατηρεί επαφές τόσο με επιφανείς Γάλλους δημιουργούς, ανάμεσα στους οποίους ο Αλμπέρτο Τζακομέτι και ο Μπρασάι που τον απαθανάτισαν με την απαράμιλλη τέχνη τους, όσο και με ανθρώπους του υπόκοσμου που θαμπωμένοι από τη φήμη και την προσωπικότητά του αναλαμβάνουν κλοπές για λογαριασμό του και του δωρίζουν με αγάπη τα κλοπιμαία.
Ανήσυχος και ασυμβίβαστος, ο Ζενέ γνωρίζει, και γοητεύει, τον τότε ιδιοκτήτη νάιτ-κλαμπ, και μετέπειτα φημισμένο σκηνοθέτη Νίκο Παπατάκη, ο οποίος χρηματοδοτεί τη μοναδική κινηματογραφική δημιουργία του ποιητή, το «Ερωτικό Τραγούδι». Η ταινία ήταν βωβή, το σκηνικό ήταν βέβαια μια φυλακή, και θέμα ήταν ο αισθησιασμός και η βία των εγκλείστων. Η ταινία σφαγιάστηκε από τη λογοκρισία, ξεχάστηκε για δεκαετίες, αλλά τώρα θεωρείται πρωτοπόρο αριστούργημα του underground κινηματογράφου. Όσο η φήμη του Ζενέ εξαπλώνεται, τόσο ο ίδιος απομονώνεται. Το γράψιμο, το λυτρωτικό του καταφύγιο, αρχίζει να αραιώνει. Δίχως τον περίκλειστο κόσμο του κολαστηρίου, ο Ζενέ νιώθει ολοένα και περισσότερο άγονος. Θαρρείς και είπε ό,τι είχε να πει με ένα δυναμικό ξέσπασμα, με ένα αιφνίδιο άνοιγμα στον κόσμο της σελίδας, του σανιδιού, της οθόνης. «Μπαίνω στον κόσμο της ομαλότητας, και διόλου δεν μου αρέσει», θα πει. Και θα συμπληρώσει, «Είναι αναγκαίο να είμαι ανώνυμος και φτωχός». Επέμενε να μην έχει σταθερή διεύθυνση, να περιπλανιέται από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, συνήθως αποφεύγοντας να πληρώσει το λογαριασμό, να μην έχει τραπεζικό λογαριασμό, να σκορπίζει τα χρήματά του, τα οποία κουβαλούσε πάντα και παντού μαζί του σ’ ένα σάκο, προσφέροντάς τα σε φίλους του που τα είχαν ανάγκη, και να ζει από προκαταβολές που έπαιρνε για έργα τα οποία δεν έμελλε να ολοκληρώσει και να παραδώσει.

Όσο η γραφή χανόταν, τόσο εντεινόταν η διάθεση του Ζενέ να σταθεί στο πλευρό των αδικημένων. Δίχως να διατηρεί ποτέ σχέσεις με τον κόσμο της πολιτικής, αποφάσισε να υποστηρίξει το κίνημα των «Μαύρων Πανθήρων», κι έτσι ταξίδεψε στον Καναδά και πέρασε παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες για να λάβει μέρος σε διαδηλώσεις, πλάι  στον Ουίλιαμ Μπάροουζ, τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, τον Τέρι Σάουδερν, και να δώσει διαλέξεις σε πανεπιστήμια. Συνελήφθη, κατηγορήθηκε για παράνομη είσοδο στη χώρα, και απελάθηκε.
Μετά τους «Μαύρους Πάνθηρες», ο Ζενέ έστρεψε το θάλπος της συμπαράστασης στους Παλαιστίνιους εξεγερμένους. Ταξίδεψε εκεί και έζησε ολόκληρους μήνες σε παλαιστινιακά στρατόπεδα, εκδηλώνοντας την αμέριστη αλληλεγγύη του. Λίγο αργότερα έμελλε και πάλι να σκανδαλίσει υπερασπιζόμενος τους Γερμανούς της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός», την ομάδα του Αντρέας Μπάαντερ και της Ουλρίκε Μάινχοφ. Γίνεται γνωστός στις νεολαίες των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, ένας αντι-ήρωας αγνός και γνήσιος, ένας εμπνευστής ροκ ειδώλων όπως ο Ντέιβιντ Μπάουι και οι Velvet Underground, ένας απόλυτος αντικομφορμιστής, ένας ασυμβίβαστος που με το ένα πόδι πατάει στον κόσμο της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας και με το άλλο στον υπόκοσμο. Ο Ζενέ γίνεται κάτι σαν ο Ευρωπαίος Μπάροουζ, ο καλλιτέχνης που ζει την τέχνη του ίσαμε το τελευταίο κύτταρό του, αντλώντας πάντα την έμπνευσή του από τους οχετούς και τα υπόγεια της ζωής, από το πριγκιπάτο των εξεγερμένων, των περιθωριακών, των περιφρονημένων, αυτών που βλέπουν το φεγγάρι στον υπόνομο και τ’ αστέρια μες στη λάσπη.
«Ω συγκεχυμένες και αλγεινές χαρές!» γράφει σ’ ένα του ποίημα. «Εφήμερη αναστάτωση ψυχής ισορροπημένης. Ματαιοδοξία ευτελής! Σκίρτημα αισχρό που ως το ιερό σας εξυψώνει. Ω Μισέλ Βιεσάνζ, Μιχαήλ, άγγελε εσύ γηραιέ, εκείνες τις τρεις ώρες στη Σμαρά τις γνώρισες άραγε αυτές τις συγκεχυμένες κι αλγεινές χαρές; Αν όχι τίποτ’ άλλο, άντεξες το ιερό στοιχείο της στιγμής, και ξανάγινες άνθρωπος, την ανθρώπινη βούληση πραγματώνοντας εσύ!» Κι αυτό ήταν, θαρρείς, το στοίχημα του Ζενέ: ο εξανθρωπισμός του ιερού, ο καθαγιασμός του ανθρώπου όσο βδελυρός, ταπεινός, έσχατος και ποταπός κι αν είναι. Η ανθρώπινη βούληση και η πραγμάτωσή της είναι το στοίχημα της ζωής, αυτό ακριβώς που μας κάνει βαθιά ανθρώπινους.
Τις τελευταίες νύχτες του πολυκύμαντου βίου του, ο Ζαν Ζενέ τις περνάει, άρρωστος και αποκαμωμένος, αλλά πάντα με σχέδια για μεγάλα ταξίδια κατά νου, στο Jacks Hotel, σε μια κάμαρα μόλις οχτώ τετραγωνικών μέτρων. Στη μοναδική καρέκλα είναι απλωμένο το τζάκετ του, ενώ στο κομοδίνο βρίσκεται το χειρόγραφο του τελευταίο τα βιβλίου, με τίτλο «Αιχμάλωτος του Έρωτα», που ο συγγραφέας διορθώνει και επεξεργάζεται ξανά και ξανά. Το πρωί της γιορτής της Παρθένου Μαρίας, στις 15 Αυγούστου του 1986, ο Ζενέ, σκηνοθέτης και ντοκιμαντερίστας του πεπρωμένου του, θα βρεθεί νεκρός από την καμαριέρα, μια κοπέλα από τον αγαπημένο τόπο του ποιητή, το Μαρόκο. Ο Ζενέ εκπλήρωσε τη ρήση του αγαπημένου του ποιητή, του Μπωντλαίρ, «Ήθελα να μιλήσω την όμορφη γλώσσα των καιρών μου», και πολέμησε, με μοναδικά πυρομαχικά, την πένα και το χαρτί, υπέρ μιας άσβεστης δίψας και ανάγκης για ελευθερία. Ωραίος λόγος για να σε αγαπάνε αλλεπάλληλες γενιές νέων και αγέρωχων ανθρώπων!

 Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης




Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Chess & Books & Rock 'n' Roll




https://sites.google.com/site/caroluschess/famous-people/artists/the-imagery-of-chess-revisited

Ο Τάσος Παυλόπουλος κατά τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Παραδειγματική Πραγματεία Περί Πραμάτειας Παυλόπουλου


Πώς λέγαμε παλιά, τα Πέντε Φι, ήτοι ΦΦΦΦΦ, που σημαίνει Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε, έχουμε τώρα, ελέω Άγρας, νυν τα Πέντε Πι, ήτοι αυτό που βλέπετε παραπάνωθι ως τίτλο.




Παυλοπλούς Παραστάτου

Μ’ αρέσει το Πι όπως Περιπέτεια, όπως Περιέργεια, όπως Πείσμα, όπως Ποίηση. Όπως, Παυλόπουλος. Ο οποίος Παυλόπουλος είναι από κείνους τους ζωγράφους που όχι μονάχα τους αγαπάω, αλλά και μου είναι (πάλι το Πι) Πολύτιμοι. Και μου είναι πολύτιμοι καθόσον με υποχρεώνουν, ύστερα από το γλεντοκόπι των αισθήσεων που σημαίνει κάθε επαφή με το έργο τους, να σπαζοκεφαλιάσω, λες και είμαι ο Φίλιπ Μάρλοου και έχω να τα βάλω με τον Καπαμπλάνκα[1], λες και όλες μου οι βεβαιότητες έχουν πάθει ένα σοβαρό στραπάτσο, λες και τα όσα γνώριζα είτε επιβεβαιώνονται εκκωφαντικά (πράγμα ύποπτο, πράγμα που σε οδηγεί καρφί ξανά στην αμφιβολία), είτε αργοσβήνουν σ’ έναν λυγμό και ύστερα χάνονται στη σιωπή (πράγμα που σημαίνει ότι τα όσα γνώριζα δεν ήσαν και πολύ σόι), να σπαζοκεφαλιάσω, έλεγα λοιπόν, σκεπτόμενος τι είναι η Τέχνη σήμερα, τι είναι η Ζωγραφική το 2010, ύστερα από την τόσο ύπουλη επέλαση του Marcel Duchamp, τι θα πει ξημερώνομαι γράφοντας/ζωγραφίζοντας/φτιάχνοντας μουζικούλες, πόση αθωότητα μπορεί να μας έχει απομείνει, πόση τρέλα (άραγε πόσο “Still Crazy After All These Years”;[2]) χωράει ακόμη, πόση αγριεμένη και συγκινημένη συνάμα, μα και τσακισμένη και πολλαχώς ματαιωμένη υπομονή κι επιμονή, όπως μας έλεγαν και οι παλιές καλές δασκάλες, χρειάζεσαι πια για να μπορείς να κάνεις ποίημα, να κάνεις πίνακα, να κάνεις τραγούδι; Άσε που, καμιά φορά, σε πλακώνει στις γρήγορες, και τις γερές, κι ένα αναπόδραστο «για τι;», «προς τι;», κι εκεί το πράγμα μπορεί και να ξεστρατίσει απηνώς, και η λεωφόρος προς την παραίτηση να ανοιχτεί μεταμφιεσμένη σε κούκλα πεντάμορφη κι ωραία, ενώ είναι, για όσους ξέρουν κι εννοούν, κακάσχημη και μέγαιρα και στρίγκλα.
           
The Case for a Tragic Optimism

Τι κάνει, σήμερα, στο αλλόκοτο νυν που ζούμε, ένα έργο τέχνης να είναι σημαντικό, να σημαίνει κατιτίς, να έχει νόημα, να γυρίζει τα πάνω-κάτω, να κλείνει το μάτι στον νοήμονα που το δεξιώνεται, να σκαμπιλίζει με γέλια ομηρικά και με δύναμη ευφρόσυνη τον αδαή κι αναίσθητο, να διαισθάνεται το μέλλον, ίσως και να το πλάθει με τη μόνη πλαστική δύναμη που έχει ανέκαθεν η Τέχνη, ήγουν την Πανουργία της, την οδύσσεια List der Vernunft, το πολύτροπον, το κάνω-την-πάπια-αλλά-σας-την-έχω-στημένη, το (και εδώ είναι θαυμαστά ακριβής ο λαϊκός λόγος) στρίβειν-διά-του-αρραβώνος, αλλά, και το, άμα λάχει, πάμε πόλεμο και μας τυλίγουν (ω Γκιγιώμ!) το κεφάλι στους επιδέσμους (ω Απολιναίρ!), ή, επίσης άμα λάχει, κάνουμε και θέατρο στο Βουνό, ή μένουμε στη Γαλλία και προσχωρούμε στην Αντίσταση ενώ κάλλιστα θα μπορούσαμε να πίνουμε τα ουίσκι μας στο Δουβλίνο, και πάει λέγοντας.
           
Πάει, όντως; Λέγοντας, όντως; Η του λαού σοφή σοφία λέγει: Τα λόγια κώλο δεν τρυπούν[3], που σημαίνει άμα δεν περάσεις από το ένδον σκάπτε του Μάρκου Αυρήλιου στο του Μάρκου Rothko I can communicate those basic human emotions,  δουλειά δεν γίνεται, άσ’ το καλύτερα, και στρέψου σε άλλα επιτηδεύματα, μην βρεις ούτε κι εσύ κάναν μπελά, μα ούτε και οι καλοί οικείοι σου, ή, άλλωστε, και τα ίδια τα λόγια μη βρουν κάναν μπελά (διότι τα λόγια δίχως τους φέροντες οργανισμούς των πράξεων δεν είναι μονάχα πτερόεντα είναι και πτερωτά από πάνω).
           

άσε το άστρο να διορθώσει το άστρο[4]

Πάμε παρακάτω (πάλι Πι & Πι), ή μάλλον, σχεδόν το ίδιο είναι, πάμε παραπίσω: στα 1998, και δη στις 15 Απριλίου, ο Παυλόπουλος διατείνεται: «Η Τέχνη είναι σαν ένα μακροβούτι… παίρνεις βαθιά ανάσα… βουτάς… τότε μετράει η ‘τεχνική’… τα γερά πνευμόνια…»[5]. Λαμπρά (καίτοι, ως λέγει ο Μέγας Ταξιάρχης των Ήπιων Ολέθρων, «Αγαπώ τη θάλασσα, αλλά μόνον το χειμώνα, και πάλι από πολύ μακριά κι από ένα κορφοβούνι»[6]). Μολοντούτο, ας ρίξουμε μια ματιά, για να δούμε πώς λειτουργεί η προειρηθείσα List der Vernunft, ας λέμε Δόλος του Λόγου, σε κάτι που ειπώθηκε γύρω στα τριάντα χρόνια πριν από την παυλοπούλεια απόφανση, και έλαμψε στα υγρά μας μάτια ακριβώς είκοσι έτη πριν από τώρα δα που γράφω τούτο δα, ήτοι τον Δεκέμβριο (έλαμψε) του 1988: «Από το 1902 μέχρι το 1910, κολύμπησα αρκετά. Οχτώ χρόνια κολυμβητικών ασκήσεων»[7]. Αυτή η μεταφορά (κι ας με διορθώσει ο Βαγγέλης Μπιτσώρης[8], αν δεν είναι απλώς μεταφορά, αλλά μετά-φωρά, ή ίσως μετά-μεταφορά, ή, ενδεχομένως, «Εκδρομή-Μεταφορά: Ο Μήτσος»), αυτή, λοιπόν, η τελοσπαντωνμεταφορά, καλλιτεχνικής εργασίας/θαλάσσιας κολύμβησης, μας μεταφέρει είτε στη Λιμναία Οδύσσεια[9] –ένας πλην πλους, πάντως πλους–, είτε στο πιο παυλοπούλειου χιούμορ παμπάλαιο ρηθέν, ιδίως όσο έχει να κάνει με καλλιτεχνικές φιλοδοξιστορίες, «Σκάσε και κολύμπα!» Που σημαίνει, και πάλι, άσε τα λόγια, άσε τα κονστράκσιον, ντεκονστράκσιον, άντερκονστράκσιον, αντερεκονστράκσιον, πιάσε πινέλο, στήσε καμβά, πάρε ανάσα, τράβα τζούρα, ξέχνα τα πάντα, θυμήσου τα όλα, πάψε να είσαι, σταμάτα να μην είσαι, γίνε, χάσου/χώσου/χύσου, ρημάξου/τσακίσου/φτύσου, σήκω/πέσε, πέσε/σήκω, άναψε το μάτι, φτιάξε καφέ/άνοιξε το μάτι, κάνε γαλάζιο το καφέ, βγες απ’ το χρώμα, Η Ζωή Δεν Έχει Πώμα (Καρούζος), αφηνίασε, στο μηδέν πλησίασε, πιες το κρασί/στάλα χρυσή/απ’ την ψυχή/ως τη ψυχή (Χατζιδάκις).


Ο Γκαούρ και ο Τζιμ Άνταμς επαναπατρίστηκαν
και ο Σπίθας
δεν δέρνει τους Γιαπωνέζους…[10]


Τι Υπέροχο που Είναι Να Είσαι Αθώος!
Τι Αθώο που Είναι Να Είσαι Υπέροχος!

Το Παν είναι να Παραμείνουμε Άνθρωποι, και ν’ αγαπάμε τον Παυλόπουλο
ως Βούληση και ως Αναπαράσταση!

Όχι στο solo ipso, ναι, επί τέλους στο Σόλο Ύψος (και Ύφος)!

Ο Τάσος Παυλόπουλος  είναι αυτός, ο Πάρα Πολύ Πολύτιμος που μου έμαθε τον Μέγα Arslan!!!

Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι Ωραίος Ζωγράφος
και έχει Ωραίο Βλέμμα
όταν ζωγραφίζει
αλλά και όταν
Πίνει Πάλι Πολύ
ωραίο βλέμμα έχει.

Εξάλλου, ως είπεν ο Νικολάι Γκόγκολ,
ο Ναπολέων είναι μέγας στρατηλάτης
αλλά αυτός δεν είναι επαρκής λόγος
για να σπάμε τα έπιπλα!

                                                                       
Ο Ντανταϊσμός ήταν μια πνευματική ανταρσία[11]

Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι δεδηλωµένος λάτρης του Dada. Αλλά, προσοχή: σε καµία περίπτωση δεν είναι ένας µεταντανταϊστής. Ούτε βέβαια κάποιος κατά σχεδόν έναν αιώνα καθυστερημένος µιµητής των τρόπων του Dada. (Είχαμε πήξει κάποτε από ενοχλητικούς ανθυποµιµητές των όσων μπόρεσαν να κομίσουν στην Τέχνη και στην Επανάσταση, ή και στις δύο, αυθεντικοί πρωτοπόροι όπως ο Αρθούρος Κραβάν, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Μπενζαµέν Περέ, ο Φρανσίς Πικαµπιά, ο Μαρσέλ Ντυσάν, και τόσοι άλλοι). Ο Παυλόπουλος, απεναντίας, προχωρεί, µε τα χρόνια, σε ένα γόνιµο διάλογο µε τα επιτεύγµατα του Dada, αντλεί από αυτά, τα μπολιάζει µε λογισμό και µ’ όνειρο, τολμάει να τα βάλει να συνομιλήσουν µε άλλα επιτεύγµατα άλλων τρόπων, ρυθμών, μεθόδων, και γεμίζει εν συνεχεία µε όλα τα χρώματα τον τόπο του κρανίου του, εκείνο το ευλογημένο μύχιο στούντιο της Αληθινά Αληθινής Αλήθειας, της Πραγματικά Πραγματικής Πραγματικότητας, ήτοι εκείνο το αμπρί, εκείνο το χαράκωμα, εκείνο το φωτερό και λυτρωτικό, από τουλίπες και ορχιδέες καµωµένο οδόφραγµα όπου μαίνεται λυσσαλέα ο πόλεµος ανάµεσα στους πολυάριθµους κακάσχημους κακοµούτσουνους κανάγιες και στους αγγελόµορφους happy few.


Αυτό όμως που ανεξίτηλα μένει επάνω μου
είναι το σημάδι
που μου ’κανε ο Ζορρό.
Έστω και τώρα
πρέπει να του το ανταποδώσω…[12]



Κάθε φορά που αντικρίζω και απολαμβάνω έργα του Παυλόπουλου (είτε σε γκαλερί, είτε σε λευκώματα και βιβλία, είτε στους τοίχους, αλλά και στο καζανάκι της τουαλέτας, του τζαζ καλλιδροµιακού ουισκάδικου «Ο Ένοικος», όπου κάψαμε κάμποσα χρόνια της ζωής µας και αρίφνητα εγκεφαλικά κύτταρα για να γίνουμε ακόµα πιο ανθρώπινοι, βεβαίως βεβαίως), µου έρχονται τρία πράγματα στο ελβετικό τυρί που είναι ό,τι απέμεινε από τον κάποτε κραταιό εγκέφαλό µου:
Πρώτον, ότι θεωρώ τον κρανίου τρόπο του εν λόγω καλλιτέχνη απέναντι στους προδρόμους του ως βέβηλο σεβασμό και σεβάσμια βεβήλωση. Που σημαίνει, όπως κάνουν πολλά παιδιά µε τα καινούργια τους και αγαπημένα τους παιχνίδια, θαυμάζω, χαλάω, διαλύω για να δω τι έχει μέσα (έτσι λέγαμε, μικρά σαν ήμασταν), και συναρμολογώ εκ νέου, µε άλλη διευθέτηση, δική µου, του γούστου µου προσωπική µου, τα κοµµάτια από διαφορετικά παιχνίδια για να φτιάξω ένα καινούργιο, πρωτόγνωρο, καινοφανές.
Δεύτερον, ότι είχα διαβάσει κάποτε, κατάπληκτος από τη σπάνια ευστοχία του κριτικού, πως τα τραγούδια του Τοµ Γουέιτς έχουν την ιδιαιτερότητα να σου φαίνεται ότι τα έχεις ξανακούσει, κάπου, κάποτε, και τα έχεις ήδη κάνει κτήμα σου, τα φέρεις στο µυαλό, στην καρδιά, και σ’ όλο σου το µυϊκό σύστηµα, ακόµα κι αν είναι από τον τελευταίο του δίσκο και τ’ ακούς πρώτη φορά, και έχεις επίγνωση φυσικά ότι τ’ ακούς πρώτη φορά. Όπως ο Γουέιτς χάνεται στους ρυθµούς και τις µελωδίες του Βαθέως Νότου, στα περίτεχνα κοσµηµένα µε λαϊκά µοτίβα µουσικά δηµιουργήµατα του Κουρτ Βάιλ, σε ακατάσχετους κι ακατάστατους ήχους της µεγαλούπολης, σε λαϊκά χαµούρικα τραγούδια που ακούγονται στα µπορντέλα, αλλά και σε θορυβώδεις εκρήξεις ενός αβανγκαρντίστα όπως ο Καρλ Χάιντς Στοκχάουζεν, για να τα κάνει ένα, να τα κάνει δικό του, καινούργιο, πρωτάκουστο ήχο, έτσι και ο Παυλόπουλος γυροφέρνει στα συνήθως κακόφηµα στην εποχή τους σοκάκια της αδάµαστης και ιδιοσυγκρασιακής δηµιουργικότητας, στα παιδικά περίτεχνα εικαστικά παίγνια του τύπου «Πού είναι ο Γουόλυ», σε λαϊκές ζωγραφιές που κοσµούσαν κάποτε τα καφενεία, αλλά και σε µιαν ανεστραµµένη (µε την έννοια της αναστροφής που επιχείρησε ο Μαρξ στη διαλεκτική του Εγέλου ώστε να σταθεί όπως πρέπει) pop art, στην οποία προσδίδει ένα ανατρεπτικό νόηµα που δεν είχε, και ενδεχοµένως δεν ήθελε να έχει, ούτως ώστε να κάνει τούτο τον διόλου τυχαίο αχταρµά δικό του και να µας τον προσφέρει δυναµικά, αναπαλαιώνοντας ό,τι είχε σηµασία και σκουπιδιάζοντας (γουστάρω, αίφνης, γκαγκάν ορολογία) ό,τι δεν άξιζε παρά να σκουπιδιαστεί.
Τέλος, και τρίτον, µου έρχεται στο µυαλό, ίσως µέσα από τη διαδικασία κάποιας ποτισµένης στην αιθυλική αλκοόλη συνειρµικής ψευτο-συναισθησίας, η δουλειά ενός σηµαντικού έλληνα λογοτέχνη, του Παναγιώτη «Πητ» Κουτρουµπούση, ο οποίος, καθώς ξέρω, λατρεύει επίσης το Dada και, στα ακαριαία, εξόχως πρωτότυπα και γεµάτα ψυχωφελές χιούµορ αφηγήµατά του, το µπολιάζει µε διαβάσµατα από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, µε τα εξωφρενικά κατορθώµατα των ηρώων της λεγόµενης παραλογοτεχνίας, µε τον Καραγκιόζη, µε τα νουάρ της «Μαύρης Μάσκας», µε υψηλές αλλά και ξεφτιλέισον στιγµές της επιστηµονικής φαντασίας, µε την υβριδική γλώσσα κάποιων παµπάλαιων µεταφράσεων έργων του Ιουλίου Βερν και µε την αργκό των ρεµπέτηδων. Το νόστιµο εν προκειµένω έγκειται στο ότι µοιάζει ασφαλώς ο ζωγράφος Παυλόπουλος να είναι το εικαστικό αντίστοιχο του συγγραφέως Κουτρουµπούση, και αντιστρόφως, αλλά επίσης συµβαίνει ο Κουτρουµπούσης να ζωγραφίζει κιόλας, και µάλιστα πολύ καλά, ο δε Παυλόπουλος να γράφει επίσης, και µάλιστα, ξανά επίσης, πολύ µα πολύ καλά!


Μου έχανε τον εαυτό μου…

Η Τέχνη του Παυλόπουλου, εμένα, αυτό ακριβώς μου κάνει, μου χάνει τον εαυτό μου. Ιδού όλη η παράγραφος από όπου αλιεύτηκε η φράση, για να γίνει σοβαρά σμπαράλια σαφές αυτό που εννοώ (και που θεωρώ ως την πλέον ουσιώδη πια αποστολή/λειτουργία/επίθεση της Τέχνης): «Έπαιρνα χάπια, τα χάπια με κάνανε και τη σκότωσα, επειδή ήμουνα τρελός, από τρέλα το έκανα… Τη σκότωσα γιατί ήταν διάβολος. Μου έκανε μάγια. Ήθελε να πεθάνω. Μου έχανε τον εαυτό μου»[13].  Η Τέχνη, όπως τη διακονεί ο Παυλόπουλος, μας ωθεί πέρα από τα όρια του έλλογου πράττειν μας, καθώς μας ταξιδεύει ταυτόχρονα, και ως προς τούτο είναι ιλιγγιώδης, στο Παρελθόν, στο Παρόν, και στο Μέλλον, τόσο της Τέχνης όσο και της Ζωής, υιοθετώντας έναν τραγικό οπτιμισμό, που σημαίνει ότι μένει με τα μάτια ανοιχτά και με το χιούμορ πάντα επ’ ώμου απέναντι σε ό,τι κακάσχημο και ολέθριο, απέναντι στα πολλά αδιέξοδα και τις πολλές παγίδες ολόγυρά μας.
Μου χάνει τον εαυτό μου, καθόσον με κάνει να ξεφύγω λυτρωτικά από το νυν του εαυτού μου (υποχρεώσεις, τρεχάματα, σκέψεις, έγνοιες, βιοπάλη), και με γυρνάει καρφί στα χρόνια τα παιδικά με ήρωα, ας πούμε, τον Ζορρό (βλ. «Fuck the System/Fuck the Police»), για να με αρπάξει τάχιστα από κει και να με σφαίρα σε τοπία καμπαρετζίδικα ανακατωμένα με αναμνήσεις από το… Βυζάντιο («Byzantium Blues»), με ξεναγεί και πάλι στα χρόνια τα παιδικά, παίζοντας με τις σύγχρονες τάσεις της Τέχνης («Minimal Art/ I have an authentic Mini Maus»), για να με στείλει ξανά στο Βερολίνο που αγαπάμε («Revolution by Night»), κι ύστερα να με παρατήσει σύξυλο για να πάει να μπεκρουλιάσει με τον Μέγιστο Μάστορα του Γέλιου («Πίνω Μπίρες Παρέα Με Τον Φίλο Μου, τον Karl Valentin»). Έτσι μου χάνει τον εαυτό μου, με ακαριαίες μετακινήσεις στον χρόνο και στον χώρο, και με αλλεπάλληλα/ασταμάτητα/απανωτά σχόλια στο Τότε και στο Τώρα της Τέχνης.
Αν ήταν να συσχετίσω το έργο του Παυλόπουλου με ένα και μόνο αριστούργημα της μουσικής αυτό θα ήταν το ολιγόλεπτο (πλην όμως, καταργώντας προσώρας τον χρόνο, απλώνεται ανυπολόγιστα μες στη διάρκεια) «The Laughing Record», από το 1922, όπου ακριβώς ο Karl Valentin, παρέα με την Liesl Karlstadt γελάνε με έναν τρόπο που σε ωθεί να επανεξετάσεις όλα όσα ξέρεις για την Τέχνη, όλα όσα έχεις σίγουρα σχετικά με τη Ζωή. 

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Δεκέμβριος 2009


[1] Βλ. Raymond Chandler, Το Ψηλό Παράθυρο, μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, Άγρα, 1992, σ. 310 [Ήταν βράδυ. Γύρισα στο διαμέρισμά μου κι έβαλα τις χιλιοφορεμένες μου πιζάμες, έστησα τη σκακιέρα, έφτιαξα ένα ποτό κι έπαιξα άλλη μια παρτίδα του Καπαμπλάνκα. Πενήντα εννιά κινήσεις. Όμορφο, ψυχρό αμείλικτο σκάκι, σχεδόν φρικιαστικό μες στη βουβή αδιαλλαξία του].
[2] Paul Simon, 1975. Βλ. επίσης, Θωμάς Κοροβίνης, Όμορφη Νύχτα, Άγρα, 2008, σ. 179, αλλά και 217-20.
[3] Βλ. Θωμάς Κοροβίνης (Επιμέλεια-Ανθολόγηση) & Τάσος Παυλόπουλος (Εξώφυλλο): Βωμολοχικές Σκανδαλιστικές Ελληνικές Παροιμίες, Άγρα, 1998, 2009, σ. 97.
[4] Gregory J. Markopoulos, Βουστροφηδόν (και άλλα γραπτά), μτφρ. Νατάσσα Χασιώτη, Άγρα, 2004, σ. 303.
[5] Τάσος Παυλόπουλος, No Parking, Άγρα, 2000, σ. 14.
[6] Νίκος Τριανταφυλλίδης, Πτολίεθρον Λερό [Συνομιλίες με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη], (Ποδ) Άγρα, 2010, υπό έκδοσιν, σ. 104.
[7] Marcel Duchamp, Ο Μηχανικός του Χαμένου Χρόνου [Συνεντεύξεις με τον Pierre Cabanne],  μτφρ. Λίλιαν Stead-Δασκαλοπούλου, Επιμέλεια Ύλης: Κύριλλος Σαρρής, Άγρα, 1989 [Δεκέμβριος] και 2008 [Ιούλιος], σ. 45.
[8] Βλ. Martin Heidegger, Τι είναι η Φιλοσοφία, μτφρ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, Άγρα [αφού μας εξάντλησε, εξαντλήθηκε~ και παραμένει –δυστυχώς– εξαντλημένο].
[9] Φυσικά, βλ. Γιάννης Κουνέλλης, Λιμναία Οδύσσεια (Κείμενα και Συνεντεύξεις, 1966-1989), μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, Άγρα/Γκαλερί Bernier, 1991.
[10] Τάσος Παυλόπουλος, No Parking, ό.π., σ. 11.
[11] Ανδρέας Εμπειρίκος, Περί Σουρρεαλισμού (Η Διάλεξη του 1935), Εισαγωγή-Επιμέλεια: Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Άγρα, 2009, σ. 57.
[12] Τάσος Παυλόπουλος, No Parking, ό.π., σ. 11.

[13] Βλ. Ανδρέας Αποστολίδης, Τα Πολλά Πρόσωπα του Αστυνομικού Μυθιστορήματος [Δοκίμια για την ιστορία και τις σύγχρονες τάσεις του], Άγρα, 2009, σ. 304.