Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Ο Αντρέι Ταρκόφσκι ήξερε τον Χρόνο να σμιλεύει




Αντρέι Ταρκόφσκι


Στην Ελεάννα Μαρτίνου


Τι μας κάνει πιο βαθιά ανθρώπινους αν όχι το να μπορούμε να κοιτάμε με μάτια διάπλατα ανοιχτά τη μοίρα μας, που σημαίνει να εξοικειωνόμαστε με το εφήμερο, με τη φθορά, και με του χρόνου την αδυσώπητη ροή; Και πώς το καταφέρνουμε αυτό αν όχι με τη βοήθεια και τη φροντίδα της γνήσιας, ειλικρινούς, γεμάτης αντιφάσεις, όσο το δυνατόν εναρμονισμένες, της τέχνης; Ο Αντρέι Ταρκόφσκι ήταν ο σκηνοθέτης εκείνος που πάλεψε λυσσαλέα με τις αντιφάσεις, που αντιμετώπισε θαρραλέα και αντρίκια τον εσωτερικό του διχασμό ανάμεσα στην πνευματικότητα και την ανάγκη να ζεις, να επιβιώνεις σε έναν σκληρά υλικό κόσμο, που μας δώρισε μονάχα αριστουργήματα, λυτρωτικές ανάσες ενόσω ο ίδιος έχανε τη δική του. Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά τη γέννησή του και δύο δεκαετίες ύστερα από το μεγάλο του ταξίδι προς τα άστρα, η προσωπικότητα και η τέχνη του Ταρκόφσκι γίνονται όλο και περισσότερο επίκαιρες, και μάλιστα σε μιαν εποχή που μοιάζει να απωθεί τις αλήθειες, να φτιασιδώνει τις μύχιες συγκρούσεις, να λειαίνει και να μετατρέπει τα πάντα σε μιαν επίπλαστη επιφάνεια.
          Ο Ταρκόφσκι, δημιουργός της ταινίας «Ο Καθρέφτης» φάνηκε από τα πρώτα του βήματα αποφασισμένος να κάνει κομμάτια τους κόλακες καθρεφτες, να στρέφει τη ματιά του τόσο προς έξω, προς τα σημάδια του χρόνου πάνω σ’ έναν παμπάλαιο τοίχο ή την ποίηση που φιλοξενούν τα νερά ενός ταπεινού, ασήμαντου ρυακιού, όσο και προς τα μέσα, στη βουή και στην αντάρα, στους ψιθύρους και τις μελωδίες, που ταλανίζουν αλλά και πραϋνουν το μυαλό και την ψυχή του ανθρώπου. «Τι σημαίνει άραγε η λέξη αλήθεια;» αναρωτιέται στο «Μαρτυρολόγιο», σ’ αυτά τα σπαρακτικά ημερολόγια μιας δεκαπενταετίας. «Ποιο είναι το νόημά της; Πρόκειται για κάτι το τόσο ανθρώπινο ώστε από μια αντικειμενική, εξωανθρώπινη και απόλυτη σκοπιά, να μην υπάρχει κάποιο ισοδύναμό της» (μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Ίνδικτος).
          Γέννημα-θρέμμα της τέχνης, ο Αντρέι Ταρκόφσκι γεννιέται στις 4 Απριλίου του 1932 στο Ζαβράσγε, στα βορειοανατολικά της Μόσχας, γιος του μεγάλου ποιητή και μεταφραστή Αρσένι Ταρκόφσκι και της ηθοποιού Μάγιας Ιβάνοβνα Βισνιγιάκοβα. Θα γνωρίσει από μικρός την εγκατάλειψη, όταν ο πατέρας του θα προτιμήσει να απομακρυνθεί από τον οικογενειακό ιστό, μόλις τέσσερα χρόνια μετά τη γέννηση του Αντρέι. Η εφηβεία του θα είναι ένας καταιγισμός από αντιξοότητες αλλά και μια διαρκής καταβύθιση στα μυστικά της τέχνης, κυρίως της μουσικής και της ζωγραφικής. Συνάμα, δείχνει ένα ζωηρό ενδιαφέρον για τη φύση, για τις μορφές που κρύβονται στις πέτρες και στο νερό. Θα δουλέψει, μάλιστα, ως απλός εργάτης με μια ομάδα γεωλόγων στη Σιβηρία. Οι εμπειρίες που αποκόμισε δεν έπαψαν να τον συνοδεύουν και να τον εμπνέουν σε όλη του την καλλιτεχνική διαδρομή.
          Από το 1954, ο Ταρκόφσκι σπουδάζει κινηματογράφο στον Πανενωσιακό Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογραφίας της Μόσχας. Δάσκαλός του θα είναι ο φημισμένος Μιχαήλ Ρομ, ενώ ένας άλλος, μετέπειτα φημισμένος σκηνοθέτης, ο Αντρόν Μιχάλκοφ-Κοντζαλόφσκι θα είναι ο εγκάρδιος φίλος και συνεργάτης του.
          Στα 25 του, ο Ταρκόφσκι θα παντρευετεί την Ίρμα Ράους, ηθοποιό και σκηνοθέτιδα, ενώ παράλληλα αρχίζει να δημιουργεί, εστιάζοντας από νωρίς στην διαλεκτική παράδοσης καινοτομίας, στην προσπάθεια να μπορέσει να εκφραστεί η εσωτερική πάλη πνεύματος και ύλης. Συνεπικουρούμενος από τον Κοντζαλόφσκι, ολοκληρώνει την ταινία «Το Βιολί και ο Οδοστρωτήρας» με την οποία και παίρνει, στα 1960, το πτυχίο του, ενώ δύο χρόνια μετά βρίσκεται να παλεύει με τις δυσκολίες της πρώτης του σημαντικής δημιουργίας που δεν είναι άλλη από το αριστουργηματικό «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν», μια ταινία που ανάμεσα στα 1962 και τα 1969 αποσπά απανωτά βραβεία, την εύνοια των κριτικών της Δύσης που βλέπουν στον Ταρκόφσκι η μεγάλη ελπίδα ανανέωσης του σοβιετικού κινηματογράφου, αλλά και τη δυσμένεια των γραφειοκρατών καρεκλοκένταυρων της ταλανισμένης του πατρίδας. Τα «Παιδικά χρόνια του Ιβάν» κερδίζουν το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ της Βενετίας, τη Χρυσή Γέφυρα στο Φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο, το Βραβείο της Λέσχης Πολωνών Κριτικών, το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ της Λιουμπλιάνας, το Βραβείο της Εθνικής Έκθεσης στο Δελχί, το Πρώτο Βραβείο της Ένωσης Γάλλων Κριτικών, το Βραβείο FIPRESCI.
          Συνεπικουρούμενος και πάλι από τον Κοντζαλόφσκι, ο Αντρέι δημιουργεί τον περιλάλητο «Αντρέι Ρουμπλιόφ», δύο μόλις χρόνια μετά τα «Παιδικά χρόνια του Ιβάν». Ξεσπάει σκάνδαλο. Η ταινία χαρακτηρίζεται ωμή και ανήθικη από τους πυγμαίους εξουσιαστές, αυτούς που είχαν τολμήσει αναίσχυντα να στείλουν στην εξορία έναν σκηνοθέτη σαν τον Σεργκέι Παρατζάνοφ! Απτόητος και μεγαλειωδώς πείσμων, ο Ταρκόφσκι θα αρνηθεί να αλλάξει έστω κι ένα πλάνο, κι έτσι η ταινία θα πάει στο αρχείο. Η εμμονή του σκηνοθέτη στην αλήθεια των δημιουργιών του είναι θαυμαστή, δεν θα ξεθυμάνει ούτε στιγμή, θα τον συνοδεύσει έως την τελευταία του ανάσα, έως τότε που συγκρουόταν καθημερινώς με τους Σουηδούς παραγωγούς της τελευταίας του ταινίας, της «Θυσίας». Σχεδόν άπορος, με την υγεία του ανεπίστρεπτα κλονισμένη από τον καρκίνο, με τα χτυπήματα της μοίρας να πέφτουν απανωτά, ο Ταρκόφσκι θα έχει το σθένος, λίγο πριν πεθάνει, να αρνιέται επιμόνως οποιαδήποτε παρέμβαση των παραγωγών. «Αν θέλουν μια ταινία του Ταρκόφσκι, καλώς», θα πει. «Θα είναι δύο ώρες και δέκα λεπτά. Τελεία. Αν θέλουν ένα εμπορικό κατασκεύασμα μιάμισης ώρας, ας απευθυνθούν σε άλλον».
          Με την αυγή της δεκαετίας του 1970, ο Ταρκόφσκι επιχειρεί δυναμικά κάποιες στροφές στην προσωπική του ζωή και στην σταδιοδρομία του. Χωρίζει από την Ίρμα Ράους και παντρεύεται την φοβερή και τρομερή Λαρίσα Πάβλοβνα, τη γυναίκα που θα του σταθεί ως την τελευταία του πνοή, την πάντα παρούσα αλλά και πάντα άτεγκτη σύντροφό του, αυτήν που θα περιβάλλει με εκδηλώσεις λατρείας αλλά και, όντας ανθρώπινος, βαθιά ανθρώπινος, θα χαρακτηρίζει, σε κρίσεις μανιοκατάθλιψης και σε άγριους καβγάδες μαζί της, μέγαιρα και μάγισσα! Παράλληλα, θα γυρίσει την ταινία «Σολάρις», ένα δημιούργημα-σταθμός στην ιστορία του κινηματογράφου του φανταστικού, βασισμένη στο βαθύτατα νοήμον μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας «Σολάρις», του Πολωνού συγγραφέα Στάνισλαβ Λεμ. Την ίδια εποχή γράφει, τόσο άμεσα και ανθρώπινα, στο ημερολόγιό του: «Χθες μέθυσα  κι έκοψα το μουστάκι μου. Όμως σήμερα το πρωί σκέφτηκα πως σ’ όλα τα επίσημα χαρτιά και στη φωτογραφία του διαβατηρίου μου έχω μουστάκι~ έτσι πρέπει να το ξαναφήσω να μεγαλώσει το γρηγορότερο δυνατό. Αγαπάω τη Λαρότσκα πάνω απ’ όλα. Είναι μια γυναίκα υπέροχη. Γιατί άραγε να χαρίζει μονάχα το αλκοόλ πραγματική ελευθερία; Πιθανότατα για τον απλό λόγο ότι σ’ εμάς εδώ δεν υπάρχει αυτό το πολυθρύλητο αγαθό».
          Ζορισμένος από παντού, πάντα με χρέη να τον βαραίνουν, ο Ταρκόφσκι αντλεί δύναμη από το διάβασμα, ενθουσιάζεται με τον Έρμαν Έσσε και το «Παιχνίδι με τις γυάλινες χάντρες», το αποκαλεί πνευματικό σύμβολο της ζωής, ολοκληρωμένη τέχνη, παγκόσμια εμπειρία όλων των γνώσεων και αποκαλύψεων. Και, βέβαια, μεθάει όχι μονάχα με αλκοόλ αλλά και με μουσική. Σε μιαν ημερολογιακή εγγραφή όπου αραδιάζονται τα φοβερά του χρέη, σημειώνει επίσης ότι επισκέφτηκε τον πατέρα του κι αυτός του δώρισε πολλούς ωραίους δίσκους. «Μπαχ, Μπραμς, Μοντεβέρντι, Σούμπερτ, Παλεστρίνα και μερικούς άλλους. Πραγματικό πανηγύρι της ψυχής», γράφει ο Ταρκόφσκι. Ο φίλος του και σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» για το έργο του Αντρέι, ο Έμπο Ντέμαντ λέει πόσο παθιαζόταν με τη μουσική ο δημιουργός του «Σολάρις» και της «Θυσίας», λέει ότι τις τελευταίες του ενδομάδες ζητούσε μονάχα μουσική, ζητούσε μονάχα «Μπαχ! Μπαχ! Μπαχ!» Και δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ένα από τα σημαντικότερα και συγκινητικότερα μουσικά έργα της τωρινής εποχής είναι η σύνθεση του Φρανσουά Κουτιριέ «NostalghiaSong for Tarkovsky»!
          Ακόμα πιο βάναυση επίθεση θα δεχτεί όταν το 1974 θα παρουσιάσει το αυτοβιογραφικό λυρικό δοκίμιο «Ο Καθρέφτης», όπου ακούγονται ποιήματα του Αρσένι, του πατέρα του Ταρκόφσκι. Η ταινία εγκαλείται για υποκειμενισμό και ελιτισμό, ενώ ένας ασήμαντος σκηνοθέτης, βαλτός από τους αστυνόμους της σκέψης, θα φτάσει στο σημείο να γράψει: «Είναι τρελός! Είναι ένας οιηματίας. Ό,τι κάνει είναι εντελώς άχρηστο για τον σοβιετικό λαό. Είναι απλούστατα ένας βλαμμένος. Στις ταινίες του δεν υπάρχουν πραγματικοί χαρακτήρες – μόνο σκιές. Κι ένα σωρό ρητορικές φράσεις, ψευδοφιλοσοφίες. Όλοι εκείνοι που τον θαυμάζουν πρέεπει κάποτε να τον επαναφέρουν στην τάξη, να τον κάνουν επιτέλους να συνέλθει!»
          Η άγρια κρατική πίεση και η αδάμαστη εσωτερική ποίηση οδηγούν τον ευάλωτο καλλιτέχνη στον κλονισμό της υγείας του. Το 1973, καρδιακή προσβολή. Λίγα χρόνια μετά, έμφραγμα. Ο Ταρκόφσκι μοιράζει πια τον χρόνο του ανάμεσα στα κινηματογραφικά φυσικά ντεκόρ και στα σανατόρια. Και, μέσα α’ όλη την αναταραχή, δεν παύει να αποσπά αλλεπάλληλα βραβεία, κάτι που εξοργίζει τους εξουσιαστές της Σοβιετικής Ένωσης. Μόλις συνέρχεται, πέφτει με τα μούτρα στα γυρίσματα της ταινίας «Στάλκερ», που θα είναι και η τελευταία του στην πατρίδα του. Ακόμα ένα αριστούργημα που έχει λάβει μυθικές διαστάσεις, ακόμα μια περιπλάνηση στις αλήθειες και στα αινίγματα του μέσα κόσμου, της πνευματικής περιπέτειας και περιπλάνησης.
          Για να έρθει η σειρά της «Νοσταλγίας» και της εξορίας. Ο Ταρκόφσκι γυρίζει αυτήν, την προτελευταία του ταινία, σε ένα χωριό της Τοσκάνης, ζώντας λιτά και ταπεινά, κερδίζοντας την αγάπη των κατοίκων που στο ντοκιμαντέρ του Ντέμαντ βουρκώνουν όταν μιλάνε για το πόσο ηδύς, φιλικός, παιχνιδιάρης, βαθύς, φιλάρεσκος, χιουμορίστας, ανθρώπινος ήταν. «Του άρεσε διαρκώς να χτενίζεται, είχε μανία με την τσατσάρα του και τα μαλλιά του», θα πει ένας χωρικός. Η «Νοσταλγία» προβάλλεται στις Κάννες εν μέσω μιας σκανδαλώδους συνωμοσίας των σοβιετικών ώστε να μην βραβευτεί και να καταχωνιαστεί. Ο περιβόητος Μπονταρτσούκ, που έγινε πραξικοπηματικά μέλος της επιτροπής, κάνει τα πάντα για να μποϊκοτάρει την ταινία, η οποία τελικά μοιράζεται το πρώτο βραβείο με το «Χρήμα» του άλλου μεγάλου κινηματογραφιστή, του Ρομπέρ Μπρεσόν. Ο Ταρκόφσκι αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να επιστρέψει και να δημιουργήσει στην πατρίδα του που τόσο τη λατρεύει. Θα ακολουθήσει τη μοίρα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και του Αλεξάντερ Αλιέχιν, το σκληρό πεπρωμένο της μακράς ρώσικης εμιγκράτσιας.
          Ανακοινώνει, συγκλονισμένος, τόσο που ενίοτε μοιάζει ασυνάρτητος, την απόφασή του να αυτοεξοριστεί, να ζήσει πια στη Δύση. Είναι η 10η Ιουλίου του 1984, σε μια συνέντευξη τύπου στο Μιλάνο, πλάι του βρίσκονται η Λαρίσα και ο Ροστροπόβιτς. «Αυτή είναι η χειρότερη στιγμή της ζωής μου», λέει με κόμπο στο λαιμό ο Ταρκόφσκι που αρχίζει πια να περιπλανιέται ανάμεσα στην Ιταλία, που τη λατρεύει, στο Βερολίνο, που το μισεί, στη Σουηδία, που ορισμένα της τοπία του θυμίζουν τη χαμένη του πατρίδα.
          Δημιουργεί ένα αθάνατο έργο και ταυτόχρονα περνάει του θανάτου τη μεριά. Μας δωρίζει μια αιώνια παρακαταθήκη, ένα είδος πνευματικής διαθήκης, και συνάμα μια «μυχιοθήκη», όπως έλεγε ο Νίκος Καρούζος. Μας δωρίζει τη «Θυσία», ένα έργο όπου η αγωνία για το νόημα της ζωής, η μουσική και ο χορός των εικόνων συνδυάζονται μαγευτικά. Η ταινία θριαμβεύει στις Κάννες, και σε όλο τον κόσμο που σέβεται την Τέχνη και την προσφορά της, ενώ ο δημιουργός της αφήνει στις 29 Δεκεμβρίου του 1986, την τελευταία του πνοή στο Παρίσι, ακούγοντας από ένα ταπεινό πικάπ τα «Κατά Ματθαίον» του Ιωάννη Σεβαστιανού.
          Στο «Μαρτυρολόγιο» συναντάμε μια φράση, ταπεινή μα τόσο διαφωτιστική, ενός αγαπημένου συγγραφέα του Ταρκόφσκι, του Ναμπόκοφ: «Η ‘Τραβιάτα’ απέσπασε από τον Λένιν έναν λυγμό». Και η φράση αυτή μοιάζει να περικλείει παντοτινά το μεγαλείο της τέχνης του Αντρέι Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι!
         
         
           

1 σχόλιο:

  1. Αντρέϊ Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι - Στάνισλαβ Λέμ: «Σολάρις» ή πως η αγάπη επουλώνει τη φθορά του κόσμου

    http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2014/01/blog-post_5.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή