Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

"Ένας αριστερός συγγραφέας που τον σέβονταν ακόμα και οι καταστασιακοί" [RB, 2666, σ. 147]

Καυτός Ρεαλισμός


«Η Τέχνη της Αφαίρεσης στον Μεταεξπρεσιονιστικό Ηλεκτρολεττρισμό [πόνημα χιλίων οκτακοσίων σελίδων του Όσκαρ Αμαλφιτάνο πάνω σε ένα σχόλιο πέντε αράδων του George Carpenter ή Διδάκτορα]», ψέλλισε ο ΓΙΜ και άφησε την τελευταία μας πνοή



Μπα. Σωσμός, όχι. Δεν έχει σωσμό. Γλιτώνεις από δω, τσακίζεσαι από κει. The typewriter is holy, σε στοιχειώσανε αυτοί, κάνεις να ξεφύγεις, ξανά όμως, εδώ, πάλι, όλοι. Κατάδικος. Καταδικός τους. Ο αιχμάλωτος της Ζέντα, πώς το έλεγαν. Και της Ζέλντα. Της Φιτζέραλντ, ντε. Και ξερό ψωμί. Νάτο πάλι. Άντε πάλι. Άρχισε πάλι. Κι έτσι κι αρχίσει – να πώς άρχισε (Σελίν)  – άντε να σταματήσει. Γράφει ο ΚΚ, στο facebook, στην Ομάδα Ηλεκτρολεττριστών, Σημερινό, πριν από λίγα λεπτά – «Θέλω ένα ξενόγλωσσο μυθιστόρημα, το Μπέρκονισμ, του Ντελούζ» ... στην προηγουμενη μου ζωη ενδεχομενως να ημουν ενας απο τους κριτικους που εθαψαν το Moby Dick και τωρα τιμωρουμαι γι' αυτό… Και ο Γέρων του Βουνού, πασχίζοντας αφενός να μιμηθεί, όσο να ’ναι, την υπερανθυπογλώσσα των φεϊσμπούκιζ και αφετέρου να μην χάσει αξιοπρέπεια και χιούμορ τζάμπα und βερεσέ, σχολιάζει Ελ Οου Ελ ! Καλτσά, ετοίμασε βιβλίο, "Η Δυστυχία τού να είσαι Βιβλιομανής Βιβλιοφάγος Βιβλιοϋπάλληλος"  [Τα πολλαπλά αβάσταχτα και μη, απανωτά ή ου, του ενός και του άλλου, και πάει λέγοντας, λάικ δεν τα καταγράφω, ούτε και που με νοιάζει εδώ να κάνω ένα ντοκιμαντέρ του Facebook, την παράνοια τη γενικευμένη να καταγράψω επιθυμώ, και την προσωπική μου οδύνη – ενόσω ακούω, με ακουστικά γιατί η αγάπη μου κοιμάται μισό μέτρο πιο κει στο υπόγειο υπερώο μας, τις ρήσεις κι αντιρρήσεις διαφόρων παραφρόνων που αλληλοαρπάζονται σε μια ραδιοφωνική παραληρηματική rave σιτουασιόν, τίγκα στις θεωρίες συνωμοσίας, γιατί η κρίση, πόθεν η κρίση, προς τα πού η κρίση, αν ζει ακόμη ο Μπρέζνιεφ, αλλά και ο Τζιμ Μόρισον, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ με έναν χίππη, που έλεγε κι ο Σαββόπουλος, και ούτω καθεξής], και ο ΚΚ απαντάει, και ορθώς, με θλίψιν ορθή, μα και με χιούμορ ορθό, Καθε κεφαλαιο θα ξεκιναει με μια απο τις κορυφαιες ατακες πελατων που μαζευω σε Wall of Shame..., και από το πουθενά, άντε από το σχεδόν πουθενά, από μιαν άλλη πόλη τελοσπάντων, σκάει κι απογειώνεται και παρεμβαίνει ο ΡΣΠ, ο πιο πιτσιρικάς (και, λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι η σκληρή η άτεγκτη η αδυσώπητη αλήθεια, και λοιπά, ο πιο σώφρων και σοφός, ίσως και ταλαντούχος, ξέρω κι εγώ), ο οποίος μάλιστα έχει εκδώσει στην τρυφερή ηλικία των είκοσι γαμωτοκερατόμου ετών το πρώτο μυθιστόρημα, εξακόσιες τέσσερις σελίδες το τσογλάνι, Πες Πάλι Πόλη, ο τίτλος, με πρωταγωνιστή μιαν ολόκληρη πολιτεία που ασθμαίνει λαχανιάζει τραγουδάει αντέχει σπαρταράει και πάει λέγοντας κι έρχεται μη-πω-πως, anyways, παρεμβαίνει λοιπόν ο ΡΣΠ (ενώ στο ράδιο, στην εκπομπή που ακούω με τα ακουστικά, τσακώνονται τώρα για το ποια είναι πιο Ελληνίδα Θεά η Μούσχουρη ή η Κάλλας, άκου να δεις!), και λέει, ο ΡΣΠ, Παρόμοια ατάκα που άκουσα στο Μετρόπολις, στο τμήμα με τις ταινίες: ''Καλέ! Θέλω μια από αυτές τις ταινίες, τις πώς τις λένε... αυτηνής...μμ... της Shakira Κurosawa'', και καπάκι ΚΚ, θεσπεσια, δεν σταματησαμε στον τολστογιεφσκι και τη φονισσα του καζαντζιδη, πιασαμε πατο μεν, αλλα βγαλαμε φτυαρια και αρχισαμε το σκαψιμο…Οπότε γκαζώνει ο ΡΣΠ, είναι πληθωρικός, είναι του Orson Welles τρισέγγονος, τίποτα δεν αφήνει έτσι, γι’ αυτό και τον συμπαθεί ο Γέρων του Βουνού και μας τον έχει κάνει ινσταλασιόν εδώ μέσα, μη χέσω, τι να πω, άσε, εγώ οφείλω να καταγράφω, είμαι ταπεινός εγώ, ένας γραφιάς, έλεγα λοιπόν ότι ο ΡΣΠ εγκάζωσεν και σχολίασε, τσουπ, Κι άλλο: ''Ο αγαπημένος μου συνθέτης είναι ο Στραϊκόφσκυ''. Εύλογα αναρωτιέται κανείς, αν της αρέσει εξίσου και ο Τσάους (τι σκατα τα μαζεύει όλα αυτά τα μυξιάρικα ο Γέρων ούτε πού ξέρω, φιλοσοφικές διερωτήσεις τέτοια ώρα, άσε, δε λέει, κάτσε να βάλω πιο καλά το ακουστικό στο αυτί, να το στερεώσω γιατί ξεφεύγει, ακούω και τους διασαλευμένους συνωμοσιολόγους από πάνω, κάθε νύχτα, ανελλιπώς, δώδεκα με πέντε, «τούτο το καψόνι μοιάζει / να είν’ ολόκληρη ζωή», Σαββό, μην ξεχνιόμαστε, καρντάσια), και μετά, συνεχίζει ο Ανθυπο-Όρσον, μη χέσω, ξανά, Μουσικός η κυρία, παρακαλώ (και ποιος χέστηκε, ρε-ΡΣΠ-πώς-σε-λένε, αν είναι ή όχι μουσικός η κυρία, σάμπως οι μουσικές κυρίες ή οι κυρίες μουσικοί σκαμπάζουν, σήμερις, από μουσική, αρχίδια λουλούδια σκαμπάζουν, δεν ξέρουν καν τον Chuck E. Weiss, άντε να φτάνουν, οι πιο ψαγμένες, λέμε, μέχρι τίποτα Pogues, το πολύ, από δε κλασική, άσε, ούτε τον Gould δεν ξέρουν, οι μουσικές κυρίες), πού είχαμε μείνει;, α, ναι, παρακάμπτουμε τα «Μου αρέσει» και τα «λάικ», και πάμε στην επάνοδο του ΚΚ, ο οποίος, ψυχραίμως, παρότι του έχουν γανώσει τα πρέκια εκεί που δουλεύει (τι δουλεύει;, γαμιέται στη δουλειά ο άνθρωπος, άσε, άσε), ψύχραιμος, λοιπόν, παρότι και λοιπά, μας κοινοποιεί: ειχα μια εδω και καποιο καιρο, που αφου μου εφαγε την ψυχη οτι ειναι κατοχος πτυχιου αγγλικης φιλολογιας μου ζητησε τους αφους καραμαζωφ του τολστου και την κολαση του δαντη (το δευτερο δεν ακουγεται περιεργο, αλλα οταν της ειπα που θα τη βρει, η απαντηση που πηρα ηταν 'τι εννοειτε ειναι ποιημα?'), και τότε, γαμώ την τρέλα μου πού πάω και μπλέκω κάθε φορά, μπήγω ένα γέλιο/χλιμίντρισμα και τινάζομαι και όπως κάνω έτσι χτυπάει το χέρι μου στο ποτήρι με το απόσταγμα που είχα ξεκωλωθεί στη δουλειά να το αγοράσω και χύνεται το χριστό μου μέσα, όχι μέσα, χύνεται πάνω, τηνπαναγίαμου, πάνω στο 2666 και του γαμάει το εξώφυλλο και πετάγομαι να σώσω τη σιτουασιόν και όπως κάνω έτσι φραααααπ με τον αγκώνα παρασύρω τη στοίβα (Gravitys Rainbow σε Picador, το ίδιο σε Penguin, συν όλα τα Mason & Dixon, συν όλες οι γαμημένες μεταφράσεις όλων των γαμημένων του Commander, V και Lot 49, και όλα τα συμπαρομαρτούντα, συν μια απίστευτη μαλακία που κι εγώ δεν ξέρω ποια ταξιαρχία συνωμοτών ήρθε κι έμπασε στη σοφίτα μου, και εννοώ ένα γομάρι σε μέγεθος και ένα σαμιαμίδι σε περιεχόμενο για τον Αλλήθωρο που εξεπόνησε ο Μορφονιός, γάμησέ τα κι άφησέ τα), κι η στοίβα,  όλα αυτά να κατρακυλάνε πάνω στη γυναίκα μου, οπότε τείνει να ξυπνήσει, εγώ τείνω να κατουρηθώ από τον φόβο για τον όγκο τον όγκο τον όγκο, την οροσειρά το θεόρατον το πελώριον της καταλαλιάς που καραδοκεί, αλλά ευτυχώς είναι Τρίτη προς Τετάρτη και κάθε Τρίτη προς Τετάρτη έχει καταπιεί, η αγαπημένη μου ο άγγελός μου το χρυσάφι μου,  ανυπολόγιστες ποσότητες αντιμπολιανικού, αντιπιντσονικού, αντιγουαλασικού, αντιμπουκοφσκικού, and last but not least αντιμπαμπασακικού ορού αντίδοτου γιατρικού, πες ό,τι θες, που είναι σωτήριο δι’ εμέ καθότι, παρότι επλακώθη από τους τόμους που έσπρωξε και κατακρήμνισε ο μεθύσκων αγκώνας μου, μήτε βλεφαρίδα πετάρισε κι έτσι επανήλθα στην αγγαρεία της καταγραφής του διαλόγου (το μάτι μου!) των Ηλεκτρολεττριστών, ήτοι: ΚΚ, α, και το αθανατο 'θελω το γκαιτε, αυτου του φαουστ'… , κι ο Μικρός Ουέλλες επιμένει, Φιλίπ Ροτ, και ο γενναιόψυχος γενναιόδωρος γενναιόφρων (αρκεί να μην του θίξεις τον DFW, αν μ’ εννοείς), πληκτρολογεί και ποστάρει, πώς-το-λένε, ένα respect! , και στο καπάκι ένα «Θα ήθελα τη Θεία Κωμωδία αλλά σε μετάφραση στα Ιταλικά», και λέω εγώ, μέσα και εντός μου, με τα ακουστικά πάντα επισφαλώς στα αυτιά ν’ ακούω τους απογειωμένους στο ραδιόφωνο, και γαμώ την Κόλαση, πού πάω και μπλέκω γαμώ τις υποτροπές μου γαμώ, τέλος πάντων, και να συνεχίζω να καταγράφω τον ΚΚ που συνεχίζει να ποστάρει, και mark twain, αλλα οχι την αγγλικη μεταφραση, το πρωτοτυπο, στα ελληνικα…, θα κατουρηθώ, ρε πούστη μου γαμώ τη μου, θα κατουρηθώ, ο δε Γέρων να κάνει την πάπια τόσην ώρα τώρα, την πάπια την νήσσα τον Αλέκο, λαμόγιο ο Γέρων, την έχει κοπανήσει μάλλον με την Θεά των Θεών που την έχει πείσει ότι είναι ο Θεός των Θεών (άκου να δεις, ο αρχιπαπάρας των αρχιπαπάρων !!!), τέλος ναι τέλος ναι τέλος πάντων, και μου έχει γαμηθεί και το εξώφυλλο του 2666, τον αντιθεό μου μέσα, και ο ακάματος ακούραστος ακαταπόνητος (ακ ! ακ ! ακ !), ο αθεόφοβος ΚΚ, κοπανάει τούτο i wish i were making these up, βγάλε άκρη, εσύ δηλαδή, η Κοιμωμένη, βγάλε άκρη, καθότι εγώ βγάζω άκρη, πώς δεν βγάζω, δύο χρόνια έξι μήνες έξι εβδομάδες κι έξι μέρες ηλεκτρολεττριστής βγάζω, πώς δεν βγάζω, οι Καμένοι του Wallace (λες και δεν έφταναν μόνοι τους) συν οι Καμμένοι του Commander (άλλοι πάλι τούτοι και για να είμαστε δίκαιοι, κυρίες και κύριοι, ladies & gents, φίλες και φίλοι, και αγαπημένα μας παιδια, ΑΥΤΟΙ είναι οι Πρώτοι Διδάξαντες, και ο νοών νοήτω) συν οι Νεοκαμένοι του Bolaño, όλοι μαζί, τρεις τρόικες τρελών, την είδαν η ισχύς εν τη ενώσει – κούνια που μας/τους/σας κούναγε – και συνασπίστηκαν και εδώ και δύο χρόνια έξι μήνες έξι εβδομάδες έξι μέρες και έξι ώρες τώρα συνασπίστηκα κι εγώ μαζί τους, ένας ταπεινός μικρομηκάς κινηματογραφιστής που είχα την τρέλα να μπλέξω κάποτε, χρόνια πολλά πάνε, με κάτι μπητνίκους και μετά με κάτι σιτουασιονίστες και άσ’ τα να πάνε, κι εκεί που έτεινα να σωθώ και να ηρεμήσω λιγάκι να νοικοκυρευτώ να προκόψω, πώς το λένε, αυτό το απλό έστω να κοιμάμαι τη νύχτα και να εργάζομαι την ημέρα, παφ!, γκαπ!, σντουμπ!, γκμοχ!, πάω κι ερωτεύομαι το Πιο Τέλειο Κορίτσι Για Μένα, άσε, κόλαση, κο-λα-σήηηηη !!!, τέλος πάντων, για κάτσε, μη διασπώ τελείως την προσοχή μου, για να συνεχίσω την καταγραφή, λοιπόν, μετά τον ΚΚ πλακώνει πάλι ο Τρισέγγονος του Ουέλλες και ποστάρει  ‎''Τον Δράκο της Στέππας, παρακαλώ'', και ο πάντα γενναιόψυχος και τα λοιπά αρκεί να μην πεις ότι δεν έχει διαβάσει λέξη από το Infinite Jest και το The Pale King και το Oblivion και το A Supposedly Fun Thing Ill Never Do Again (μα πού στο διάτανο πάνε και τους βρίσκουνε τους τίτλους!), κοτσάρει, έλεγα, ο ΚΚ, ένα αβρό,  εξαιρετικο, απλως εξαιρετικο, και σε κλάσμα του δευτερολέπτου ο Εργασιομανής Πιτσιρικάς ΡΣΠ κοπανάει ένα Το καλύτερο όλων: ''Το Πορτοκαλί Ξυπνητήρι''. Ιδιοφυές;, και ο ΚΚ, "Καλημέρα! Μίλησα χθες με το άλλο κατάστημά σας και μου είπαν ότι υπάρχει ένα βιβλίο της Jane Eyre που το έχετε μόνο εσείς. Να σας δώσω isbn;" (κατουριέμαι, κατουριέμαι, κατουριέμαι, την κόλασή μου μέσα, γαμώ!, αλλά αντί φυγής προς τουαλέτα, μπήγω ξανά ένα γέλιο, και γεμίζω το αποκατεστημένο ποτήρι με απόσταγμα, και κατεβάζω μια δημητροκαραμαζοφική γουλιά, και επανέρχομαι στην καταγραφή), ΡΣΠ, ΧAXAXAXAXXAXAA, και σε χρόνο dt ο ΚΚ, αδράχνοντας την ευκαιρία, αρπάζοντάς την απ’ τα μαλλιά, να πω, ρίχνει μια συνδικαλιστική μπηχτή (ανεπίτρεπτο έως τώρα για μας τους Ηλεκτρολεττριστές!, το σημειώνω και θα ενημερώσω τον Administrator, αμέ!), ήτοι,  you try keeping a straight face to that... μετα σου λεει δεν πρεπει να ειμαστε στα βαρεα και ανθυγιεινα..., και τότε το Μικρομέγαλο Μειράκιο, ο Ουέλλες του Νηπιαγωγείου, ρίπτει τούτο, ''Αγαπημένος ζωγράφος ο Λουκιανός Φρέουντ''  και, χωρίς ανάσα, κι αυτό ''Ένα βιβλίο ενός Μάγκνουμ Τσέρυ-μπεργκερ'' (και για πρώτη φορά στην ηλεκτρολεττριστική ζωή μου πιάνω τον εμού εαυτόν να αναρωτιέται μπας και έχει αρχίσει η Ομάς να κυριεύεται από μιαν ελιτιστική σνομπ ψηλομύτικη ροπή, μπας και πρέπει λίγο να χαμηλώσουμε το μπόι, κάτι τύπου «και να αδερφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά», κάτι σαν «καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περσότερα»;, ή όχι, ή να το απογειώσουμε κι άλλο το κόλπο, ξέρω κι εγώ, μην το παρακάνουμε πάντως να κοροϊδεύουμε τους άλλους, όποιος κοροϊδεύει τον άλλο κοροϊδεύει τον εαυτό του, ναι;), αλλά ας συνεχίσω, Αυτό με τον Γκαίτε του Φαουστ το'χω πει κι εγώ (τροφή για διαγραφή). Αλλά μετά έδωσα σφαλιάρα στο κούτελό μου και το διόρθωσα..., όπα!, νέο αίμα, φρέσκο αίμα, καλώς τον!, είναι ο Διδάκτωρ, ο Τζορτζ Κάρπεντερ, και είναι μια ευπρόσδεκτη παρουσία, να ’ναι καλά, ίσως ο μόνος κατά τι νουνεχής εδώ μέσα, για κάτσε να δούμε τι θα δούμε, και τσουπ!, πάλι ο Όρσον-Δωδεκαετής-εις-τον-Ναό πετάγεται και ποστάρει, Αυτό ήταν το τελευταίο οχυρό μου, I'm done! (έτσι λέει, αλλά σιγά μην done, τον βλέπω να μένει ως το πρωί εδώ πέρα μέσα, την γκατζολία μου γαμώ, μη χέσω κι άλλο μέσα), και, ΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ, μα τι βλέπουν τα μάτια τα ματάκια μου οι δόλιοι οι οφθαλμοί μου!, παρεμβαίνει επιβλητικός και παχουλός στο κεφαλόσκαλο της Ομάδας Ηλεκτρολεττριστών του Facebook, ο Dr Baba (άλλη απάτη κι αυτός!) και λέγει, ανευλαβώς ανευλαβής, Το σκίσατε πια ! Άντε άλλο ένα (από το γκέι βιβλιοπωλείο "Έγχρωμος Πλανήτης): "Οι Αδελφές Καραμαζώχ" !, και, νταμπλ!, καπάκι ποστάρει ο Γέρων του Βουνού, Πού θα εξορίσουμε τον Βέλτσο όταν πάρουμε την εξουσία;, και απαντά επιβλητικός και παχουλός στο κεφαλόσκαλο κρατώντας, μάλιστα, λένε οι φήμες, ένα κύπελλο με σαπουνάδα, ο Γέρων του Βουνού, Στην Μποντριγυάρο !, και μεμιάς!, αίλουρος αστραπή νίντζα, ο Διδάκτωρ αναφωνεί (πληκτρολογικώς και φεϊσμπουκικώς): Το κλέβω!, και συνεχίζει σαν αίλουρος αστραπή νίντζα λοκατζής κομάντο (όχι τίποτα άλλο, είχα και δύο εξάμηνα με Βέλτσο), κι εγώ, γεμίζω, ναι, να γεμίζω και τώρα και πάλι και πάντα και ξανά το ποτήρι,  γεμίζω, ναι, να γεμίζω και τώρα και πάλι και πάντα και ξανά το ποτήρι μου και να αδειάζω και τώρα και πάλι και πάντα και ξανά το μυαλό μου από κάθε ιχνοστοιχείο μεμψιμοιρίας και γκρίνιας και κακίας, και γίνομαι γεύμα γυμνό και πάλι, και το αλλάζω για πολλοστή φορά το παιχνίδι, αλλάζω σκακιέρα, όπως μήνυσα και στον Τροβαδούρο να μηνύσει στους Δικούς Του, και λέω αντίο στον Δημήτριο Καραμάζοφ και λέω καλωσόρισες στον Λέοντα Μίσκιν, και γεμίζω το ποτήρι μου και πάλι.
[συνεχίζεται]


Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

RB / Poems


Roberto Bolaño
 [ photo: Babassakis ]
Μες στου ονείρου τ’ όνειρο
*   *   *
Πολλοί από τους συγγραφείς που μας συγκλόνισαν έχουν θητεύσει και στην ποίηση (Γιώργος Ιωάννου, Ernest Hemingway, Malcolm Lowry, Vladimir Nabokov). Ο Roberto Bolaño, επίσης. Η εκθαμβωτική του πρόζα ενέχει ποίηση. Σκαλίζοντας, πέσαμε τυχαία στα ποιήματα από τη συλλογή Tres, η οποία κυκλοφορεί τον Σεπτέμβριο του 2011, από τον οίκο New Directions. Κάναμε ένα πείραμα, ειδικά για το παρόν τεύχος του Δέντρου [#183-184]: μεταφράσαμε τα μεταφρασμένα από την Laura Healy ποιήματα εις διπλούν, μια ο ένας, μια ο άλλος. Έτσι έχουμε ένα μικρό ναμποκοφικό παιχνίδι: ποιήματα αρχικά γραμμένα στα ισπανικά, μεταφρασμένα στα αγγλικά, μεταφερμένα στα ελληνικά σε δύο εκδοχές.
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης & Παναγιώτης Χαχής
*   *   *
 
31. I dreamt that Earth was finished. And the only
human being to contemplate the end was Franz
Kafka. In heaven, the Titans were fighting to the
death. From a wrought-iron seat in Central Park,
Kafka was watching the world burn.

Είδα όνειρο, τη Γη μας ν’ αφανίζεται. Κι ο μόνος άνθρωπος που το τέλος της γης συλλογίζεται/ ήταν ο Φραντς Κάφκα. / Στον ουρανό οι Τιτάνες θανάσιμα να πολεμάνε/ Από ένα σιδερένιο κάθισμα  εκεί στο Σέντραλ Παρκ/ ο Κάφκα έβλεπε τον κόσμο να χαλάει. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως η Γη είχε ξοφλήσει. Κι ο μόνος/ μάρτυρας του τέλους ήταν ο Φραντς Κάφκα./ Στον παράδεισο οι Τιτάνες θανάσιμα πολεμούσαν./ Από ένα σφυρήλατο σιδερένιο παγκάκι του Σέντραλ Παρκ/ ο Κάφκα έβλεπε τον κόσμο στις φλόγες. [Π.Χ]
*   *   *

32. I dreamt I was dreaming and I came home
too late. In my bed I found Mário de Sá-Carneiro
sleeping with my first love. When I uncovered them
I found they were dead and, biting my lips till they
bled, I went back to the streets.

Είδα στ’ όνειρό μου ότι ονειρευόμουνα και γύρισα/ αργά πολύ στο σπίτι. Στο κρεβάτι μου τον Μάριο ντε Σα-Καρνέιρο βρήκα/ με τον πρώτο μου έρωτα να κοιμάται. Σαν τα σεντόνια τράβηξα/ είδα που ήσαν πεθαμένοι πια κι οι δυο τους, και, τα χείλια μου δαγκάνοντας/ ώσπου αιμορράγησαν/ πήρα πάλι τους δρόμους. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ονειρευόμουν κι επέστρεψα αργά/ στο σπίτι. Στο κρεβάτι μου βρήκα τον Μάριο ντε Σά-Καρνέιρο/ με την πρώτη αγάπη μου να πλαγιάζει. Σαν τους ξεσκέπασα είδα πως ήταν νεκροί και τα χείλη μου δαγκώνοντας μέχρι/ να ματώσουν, πήρα πάλι τους δρόμους. [Π.Χ]

*   *   *
33. I dreamt that Anacreon was building his castle
on the top of a barren hill and then destroying it.

Ονειρεύτηκα που ο Ανακρέων το κάστρο του το έχτιζε/ στην κορφή λόφου άκαρπου κι ύστερα το γκρέμιζε ξανά [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ο Ανακρέοντας το κάστρο του έχτιζε/ στην κορφή ενός έρημου λόφου κι ύστερα το κατέστρεφε. [Π.Χ]
*   *   *
34. I dreamt I was a really old Latin American
detective. I lived in New York and Mark Twain
was hiring me to save the life of someone without
a face. “It’s going to be a damn tough case, Mr.
Twain,” I told him.

Που ήμουν, ονειρεύτηκα, ένας γέρος πολύ Λατινοαμερικανός ντετέκτιβ./ Στη Νέα Υόρκη ζούσα, και ο Μαρκ Τουαίην με προσλαμβάνει, να δεις,/ να σώσω τη ζωή ενός ανθρώπου χωρίς πρόσωπο./ «Πολύ μπελάς υπόθεση θα είναι, μίστερ Τουαίην», του λέω. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ήμουν ένας γέρος, Λατινοαμερικάνος ντετέκτιβ./ Ζούσα στη Νέα Υόρκη κι ο Μαρκ Τουαίην με προσέλαβε να σώσω τη ζωή κάποιου χωρίς/ πρόσωπο. «Θα είναι ζόρικη υπόθεση κ. Τουαίην», του είπα. [Π.Χ]
*   *   *
35. I dreamt I was falling in love with Alice Sheldon.
She didn’t want me. So I tried getting myself killed
on three continents. Years passed. Finally, when I
was really old, she appeared on the other end of the
promenade in New York and with signals (like the
ones they use on aircraft carriers to help the pilots
land) she told me she’d always loved me.

Ονειρεύτηκα ότι με την Άλις Σέλντον είχα ερωτευτεί./ Δεν με ήθελε, λέει. Κι έτσι είπα σε τρεις ηπείρους να πάω να σκοτωθώ./ Πέρασαν χρόνια πολλά. Τελικά, σαν ήμουν γέροντας πολύ,/ να ’σου εκείνη, να εμφανίζεται στην άλλη μεριά της βόλτας στη Νέα Υόρκη και με σινιάλα/ (σαν κι αυτά που κάνουν στα αεροπλανοφόρα για να βοηθήσουν τους πιλότους να προσγειωθούν)/ μου λέει πως πάντα μ’ αγαπούσε. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ερωτεύτηκα την Άλις Σέλντον./ Εκείνη δε μ’ ήθελε. Κι έτσι δοκίμασα/σε τρεις ηπείρους ν’ αυτοκτονήσω. Τα χρόνια πέρασαν. Στο τέλος, σαν είχα πια γεράσει/ εκείνη εμφανίστηκε στην άλλη άκρη του δρόμου στη Νέα Υόρκη/ και με νοήματα με τα χέρια (όπως αυτά  που κάνουν στ’ αεροπλανοφόρα για να βοηθήσουν τους πιλότους στην προσγείωση)/ μου είπε πως πάντα μ’ αγαπούσε. [Π.Χ]
*   *   *
 36. I dreamt I was 69ing with Anaïs Nin on an
enormous basaltic flagstone.

Ονειρεύτηκα ότι κάναμε 69 με την Αναϊς Νιν/ σε μια πελώρια πλάκα από βασάλτη. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως κάναμε 69 με την Αναϊς Νιν σ’ ένα/ τεράστιο λιθόστρωτο από βασάλτη. [Π.Χ]
*   *   *
37. I dreamt I was fucking Carson McCullers in a
dim-lit room in the spring of 1981. And we both felt
irrationally happy.

Ότι γαμούσα, ονειρεύτηκα, την Κάρσον ΜακΚάλλερς σ’ ένα/ αμυδρά φωτισμένο καμαράκι την άνοιξη του 1981. Κι ήμασταν κι οι δυο/ τρελά ευτυχισμένοι. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως γαμούσα την Κάρσον ΜακΚάλλερς σ’ ένα/ μισοσκότεινο δωμάτιο την άνοιξη του 1981. Κι οι δυο μας ήμασταν παράλογα ευτυχισμένοι. [Π.Χ]
*   *   *
38. I dreamt I was back at my old high school
and Alphonse Daudet was my French teacher.
Something imperceptible made us realize we were
dreaming. Daudet kept looking out the window
and smoking Tartarin’s pipe

Ότι ήμουν, ονειρεύτηκα, ξανά στο παλιό μου το γυμνάσιο/ κι ο Αλφόνσος Ντωντέ ο δάσκαλός μας ήτανε των γαλλικών. Κάτι ανεπαίσθητο μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε/ ότι ονειρευόμασταν. Ο Ντωντέ ολοένα κοίταζε από το παράθυρο και κάπνιζε την σαν του Ταρταρίνου πίπα του. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως πήγαινα πάλι Γυμνάσιο/ κι ο Αλφόνσος Ντωντέ ήταν ο δάσκαλος των γαλλικών./ Κάτι ανεπαίσθητο μας έκανε να νιώσουμε πως ήμασταν μέσα σ’ όνειρο. Ο Ντωντέ κοιτούσε έξω απ’ το παράθυρο/ και κάπνιζε του Ταρταρέν την πίπα. [Π.Χ]

*   *   *
39. I dreamt I kept sleeping while my classmates
tried to liberate Robert Desnos from the Terezín
concentration camp. When I woke a voice was
telling me to get moving. “Quick, Bolaño, quick,
there’s no time to lose.” When I got there, all I
found was an old detective picking through the
smoking ruins of the attack.

Ότι κοιμόμουν ακόμη, ονειρεύτηκα, ενόσω οι συμμαθητές μου/ πάσχιζαν να λευτερώσουν τον Ρομπέρ Ντεσνός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Τερεζίν./ Σαν ξύπνησα μια φωνή άκουσα να μου λέει, «Βιάσου, Μπολάνο, βιάσου,/δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο». Σαν έφτασα εκεί,/ όλο κι όλο που βρήκα ήταν ένας γέρος ντετέκτιβ να σκαλίζει στα καπνισμένα ερείπια απ’ την επίθεση. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως κοιμόμουν ενώ οι συμμαθητές μου/ να ελευθερώσουν προσπαθούσαν τον Ρομπέρ Ντεσνός απ’ το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίν./ Σαν ξύπνησα μια φωνή μου έλεγε να βιαστώ. «Γρήγορα Μπολάνιο, γρήγορα,/ δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο». Όταν έφτασα εκεί το μόνο που βρήκα/ ήταν ένα γέρο ντετέκτιβ να συλλέγει στοιχεία ανάμεσα στα καπνισμένα ερείπια της επίθεσης. [Π.Χ]
*   *   *
40. I dreamt that a storm of phantom numbers was
the only thing left of human beings three billion
years after Earth ceased to exist.

Ονειρεύτηκα ότι μια θύελλα φασματικοί αριθμοί ήταν/ το μόνο που ’χε απομείνει από τ’ ανθρώπινα όντα τρία δισεκατομμύρια/ μετά που έπαψε η Γη πια να υπάρχει [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως μια θύελλα από φαντάσματα αριθμών ήταν/ το μόνο που απέμεινε απ’ τους ανθρώπους τρία δισεκατομμύρια χρόνια ύστερα απ’ το τέλος της Γης. [Π.Χ]
*   *   *
41. I dreamt I was dreaming and in the dream
tunnels i found Roque Dalton’s dream: the dream
of the brave ones who died for a fucking chimera.
Όνειρο στ’ όνειρο όναρ και στου ορυχείου τ’ όνειρο/ τ’ όνειρο βρήκα του Ρόκε Ντάλτον/ των γενναίων τ’ όνειρο που για ένα πουκάμισο πέθαναν αδειανό / μια γαμημένη Ελένη [ΓΙΜ]
Ονειρεύτηκα πως ονειρευόμουν και στις
στοές τ’ ονείρου βρήκα το όνειρο του Ρόκε Ντάλτον: τ’ όνειρο
των γενναίων που πέθαναν για μια χίμαιρα γαμημένη.
[Π.Χ.]
*   *   *
 42. I dreamt I was 18 and saw my best friend at
the time, who was also 18, making love to Walt
Whitman. They did it in an armchair, contemplating
the stormy Civitavecchia sunset.

Ονειρεύτηκα, ήμουν, λέει, 18, κι είδα την καλύτερή μου φίλη, κι αυτή 18, να κάνει έρωτα με τον Ουόλτ Ουίτμαν./ Το έκαναν σε μια μπερζέρα και κοίταζαν συνάμα/ το θυελλώδες δείλι της Πόλης της Παλιάς. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ήμουν 18 κι είδα τον καλύτερο μου φίλο τότε/ κι αυτόν 18, να κάνει έρωτα με τον Ουόλτ Ουίτμαν. Το έκαναν σε μια πολυθρόνα, χαζεύοντας το θυελλώδες σούρουπο της Civitavecchia. [Π.Χ]
*   *   *
43. I dreamt I was a prisoner and Boethius was
my cellmate. “look, Bolaño,” he said, extending
his hand and his pen in the shadows:
“they’re not trembling! they’re not
trembling!” (after a while,
he added in a calm voice: “but they’ll tremble when
they recognize that bastard Theodoric.”)

Ονειρεύτηκα ότι ήμουνα αιχμάλωτος και το κελί μου/ με τον Βοήθιο μοιραζόμουν. «Για δες, Μπολάνιο», είπε, απλώνοντας το χέρι του και τη γραφίδα του μες στις σκιές:/ «Δεν τρέμουνε! Δεν τρέμουνε!» (Ύστερα από λίγο, πρόσθεσε με γαλήνια φωνή: «Αλλά θα τρέμουν όταν/ εκείνον τον αχρείο θ’ αναγνωρίσουνε, τον Θεοδώριχο») [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως ήμουν φυλακή και ο Βοήθιος/ ήταν συγκρατούμενός μου. «Κοίτα, Μπολάνιο» είπε, τεντώνοντας τα χέρια και την πένα του μες τις σκιές:/ «Δεν τρέμουνε! Δεν τρέμουνε!» (κι ύστερα/ πρόσθεσε με ήρεμη φωνή: «όμως θα τρέμουν όταν/ αναγνωρίσουν εκείνον τον μπάσταρδο τον Θεοδώριχο») [Π.Χ]
*   *   *
44. I dreamt I was translating the Marquis de Sade
with axe blows. Id gone crazy and was living in the
woods.

Ότι μετέφραζα Μαρκήσιο ντε Σαντ με τσεκουριές, ονειρεύτηκα./ Ότι είχα τρελαθεί και μες στο δάσος ζούσα. [ΓΙΜ]

Ονειρεύτηκα πως μετέφραζα τον Μαρκήσιο ντε Σαντ/ με τσεκουριές./ Είχα αποτρελαθεί και ζούσα μες το δάσος. [Π.Χ.]
*   *   *
45. I dreamt that Pascal was talking about fear with
crystal clear words at a tavern in Civitavecchia:
Miracles don’t convert, they condemn
, he said.
Όνειρο είδα οπού ο Πασκάλ για τον φόβο μιλούσε με λόγια κρύσταλλο διαυγή σε ταβέρνα στην Civitavecchia ~ Τα θάματα δεν σ’ αλλάζουν, σε καταδικάζουν, είπε. [ΓΙΜ]
Ονειρεύτηκα τον Πασκάλ να μιλά για τον φόβο/ με λέξεις κρυστάλλινες σε μια ταβέρνα στην Civitavecchia:/ «Τα θαύματα δεν μεταμορφώνουν, καταδικάζουν». [Π.Χ.]
*   *   *
 46. I dreamt I was an old Latin American detective
and a mysterious Foundation hired me to find the
death certificates of the Flying Spics. I was traveling
all around the world: hospitals, battlefields, pulque
bars, abandoned schools.

Είδα όνειρο που ήμουνα γέρος Λατινοαμερικανός ντετέκτιβ/ κι ένα μυστήριο Ίδρυμα με προσέλαβε να βρω/ τις Ληξιαρχικές Πράξεις Θανάτου των Ιπτάμενων Σπανιόλων./ Έφαγα τον κόσμο: ξενοδοχεία, πεδία μαχών, καπηλειά, εγκαταλειμμένα σχολειά [ΓΙΜ] 

Ονειρεύτηκα πως ήμουν γέρος Λατινοαμερικάνος ντετέκτιβ/ κι ένα μυστήριο Ίδρυμα με προσέλαβε να βρω/ τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των Flying Spics./ Όλο τον κόσμο γύρισα: νοσοκομεία, πεδία μαχών, πουλκερίες, εγκαταλειμμένα σχολεία. [Π.Χ]

*   *   *