Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Ο Μπαμπασάκης γράφει για τον Jean Genet


Ζαν Ζενέ
Ο Αιχμάλωτος του Έρωτα







«Ω αφήστε με τίποτε άλλο να μην είμαι εξόν από ομορφιά, κάλλος και μόνο κάλλος και πάντα κάλλος. Αργά ή γρήγορα θα φύγω, μα ως τότε θα τολμήσω ό,τι πρέπει να τολμηθεί. Θα καταστρέψω τα φαινόμενα». Μ’ ένα τέτοιο λόγο, ποιητικό αλλά και γυμνό, τάμα στην αλήθεια, ανάθημα σε ό,τι μέσα μας σκιρτάει και σαλεύει και παλεύει να ειπωθεί, να λάμψει σαν αστραπή σε κίνηση αργή και να φωτίσει σκοτεινά μύχια, να αποκαλύψει, όπως οι φωτοβολίδες στη μάχη, τις κρυφές θέσεις του εχθρού, ο Ζαν Ζενέ, παρίας, γιος ενός πατέρα αγνώστου και μιας πόρνης που τον παράτησε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, παιδί-θαύμα, επίδοξος κινηματογραφιστής, κατόπιν κλέφτης, ομοφυλόφιλος, κατάδικος, ποιητής της βίας, πεζογράφος σπάνιας ευαισθησίας, θεατρικός συγγραφέας, συμπαραστάτης των ταπεινών και καταφρονεμένων, μπόρεσε να κερδίσει μια φήμη ζηλευτή, να γίνει τιμώμενη προσωπικότητα του πολιτισμικού κόσμου της Γαλλίας, να αποδείξει ότι με το χαρτί και το μολύβι μπορείς να κάνεις θαύματα.
Ο Ζαν Ζενέ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1910 και έμελλε να ζήσει εβδομήντα έξι χρόνια μέσα σε κελιά και κάμαρες μικρών φτηνών ξενοδοχείων. Σε μια τέτοια κάμαρα, με μοναδικά έπιπλα ένα κρεβάτι, μία καρέκλα κι ένα τραπεζάκι, ο συγγραφέας της «Παναγίας των Λουλουδιών» άφησε την τελευταία του πνοή, στις 15 Αυγούστου του 1986. Ήδη από τα δέκα του χρόνια άρχισε να προβαίνει σε μικροκλοπές, να είναι φυγάς από μια πραγματικότητα πνιγμένη στις συμβάσεις, να ζει σε έναν κόσμο όπου η βία και το όνειρο έμοιαζαν να είναι οι αντίπαλοι, αλλά και διαρκώς αλληλοεξαρτώμενοι, πόλοι. Στα δεκατρία του συνελήφθη για πρώτη φορά, δραπέτευσε, εντοπίστηκε στη Νίκαια όπου και πάλι έπεσε στα χέρια των αστυνομικών. Οι αρχές τον παρέδωσαν στον φημισμένο τραγουδοποιό Rene de Buxeil, ο οποίος ανέλαβε την κηδεμονία του έφηβου ταραξία. Αλλά ο παραβάτης δεν άργησε να το σκάσει φροντίζοντας να κλέψει όσα χρήματα βρήκε στην κατοικία του κηδεμόνα του. Τον συνέλαβαν σ’ ένα τρένο όπου, βέβαια, είχε επιβιβαστεί λαθραία και δίχως εισιτήριο. Οι επανειλημμένες κλοπές, συλλήψεις, αποδράσεις προκάλεσαν την οργή των δικαστών, και ο πιτσιρικάς βρέθηκε έγκλειστος σε μιαν από τις πιο σκληρές σωφρονιστικές αποικίες της εποχής εκείνης, στο Mettrai, όπου η βαναυσότητα, οι βιαιοπραγίες, και οι συνακόλουθες αυτοκτονίες ήταν στην ημερήσια διάταξη. Τα κελιά ήσαν βαμμένα κατάμαυρα, και με λευκά γράμματα υπήρχε σε περίοπτη θέση η απειλή «Ο Θεός σε βλέπει». Καταναγκαστικά έργα την ημέρα, βιασμοί και ξυλοδαρμοί τη νύχτα: ιδού το αναμορφωτικό φιλεύσπλαχνο πρόγραμμα που εφάρμοζαν οι άνθρωποι του νόμου. Ο Ζενέ δεν λησμόνησε ποτέ τα τρία άγρια χρόνια που πέρασε σ’ αυτό κολαστήριο, και έκτοτε χρονολογείται η απόλυτη δυσπιστία του απέναντι σε κάθε λογής ευυπόληπτη συμπεριφορά, κόσμια διαγωγή, έκφανση του κράτους και της λεγόμενης δικαιοσύνης.
Απ’ τη φυλακή στο στρατό, και ένστολος ο Ζενέ υπηρετεί στη Συρία και στο Μαρόκο, αλλά και πάλι κυριεύεται από την ασίγαστη μανία της ελευθερία και έρχεται να προσθέσει ακόμα ένα έγκλημα στην ανθοδέσμη των παραβάσεών του: την λιποταξία! Δεν ήταν γεννημένος για να υπακούει, κι έτσι απλώνει χέρι στα υπάρχοντα των άλλων στρατιωτών και φεύγει. Προμηθεύεται ένα πλαστό διαβατήριο και, σαν τον πρόγονό του, τον Αρθούρο Ρεμπώ, διασχίζει σχεδόν ολόκληρη την Ευρώπη με τα πόδια, ζώντας ως αρσενική πόρνη, διαρρήκτης, κλέφτης. Βέβηλος εξ ιδιοσυγκρασίας, αρέσκεται να απογυμνώνει τις εκκλησίες από ό,τι πολύτιμο στέγαζαν. Η Βαρκελώνη, το Παλέρμο, το Βελιγράδι, το Βερολίνο ένιωσαν το εφήμερο επικίνδυνο πέρασμα του Ζενέ από τα κακόφημα σοκάκια και τις σκοτεινές γειτονιές τους. Μάλιστα, και αυτό αποτελεί ισχυρό τεκμήριο της χιουμοριστικής πτυχής του πάντα αντιεξουσιαστή Ζενέ, ο συγγραφέας του «Ημερολόγιου ενός κλέφτη» και των «Δούλων», αποφάσισε να μην διαπράξει την παραμικρή παράβαση του νόμου στη Γερμανία του Χίτλερ, διακηρύσσοντας ότι πρόκειται για μία χώρα που είναι ήδη απολύτως παράνομη!

Αηδιασμένος από τον ναζισμό, ο Ζενέ επιστρέφει στο Παρίσι όπου αρχίζει να κλέβει συστηματικά τα περίφημα υπαίθρια βιβλιοπωλεία του Σηκουάνα. Ξετρελαίνεται με το διάβασμα και καταβροχθίζει τεράστιες ποσότητες υψηλής λογοτεχνίας. Επιδεικνύοντας και πάλι ένα είδος χιουμοριστικού εστετισμού, επιστρέφει πάντα στους ιδιοκτήτες τους τα βιβλία των συγγραφέων που θαυμάζει, ανάμεσά στους οποίους οι κορυφαίοι Γουσταύος Φλομπέρ, Αρθούρος Ρεμπώ, Στεφάν Μαλλαρμέ και Κάρολος Μπωντλαίρ.
Γοητευμένος από την ποίηση, από τις εκλάμψεις που μπορεί να προσφέρει μια καλογραμμένη σελίδα, ο Ζενέ στρέφεται από το διάβασμα στο γράψιμο. Η ευρυμάθειά του νεαρού άντρα είναι εκπληκτική και αποτελεί ένα αναγκαίο οξυγόνο, ένα «οξυγόνο αντιδιαστολής» καθώς έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος, που του επιτρέπει να ανθίσταται στη δυσωδία των καιρών του. Λίγο πριν από το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ζενέ θα γνωρίσει τον πολυτάλαντο ποιητή, συγγραφέα, ζωγράφο και σκηνοθέτη Ζαν Κοκτώ, ο οποίος δεν θ’ αργήσει να σαγηνευτεί από την προσωπικότητα του κακοποιού που είναι συνάμα ικανός για απίστευτες εξάρσεις λυρικού ρομαντισμού. Ο πάντα γενναιόψυχος Κοκτώ θα φέρει τον Ζενέ σε επαφή με την αφρόκρεμα της παρισινής διανόησης, κυρίως τον Ζαν Πολ Σαρτρ, συγγραφέα μετέπειτα ενός ογκώδους βιβλίου για τον Ζενέ, την Σιμόν ντε Μποβουάρ, τον Αλμπέρ Καμύ. Η πτώση του Παρισιού βρίσκει τον Ζενέ και πάλι στη φυλακή. Κινδυνεύει άμεσα να μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, και τον σώζει, τελευταία στιγμή, η δραματική έκκληση του Κοκτώ. Ο Ζενέ, έμπλεος ευγνωμοσύνης, αφοσιώνεται ολοένα και περισσότερο στο γράψιμο, σ’ αυτόν τον λυτρωτικό φονιά της μοναξιάς και της απόγνωσης. Αδιαφορώντας για την γραμμική εκτύλιξη της πλοκής, ουσιαστικά συνθέτει τα πεζογραφήματά του με ποιητικές ψηφίδες, με λέξεις που τις χρησιμοποιεί σαν νότες, με περιδινήσεις της φαντασίας, ενός οραματικού οίστρου που τον κάνει να βλέπει να δεσμά ενός βαρυποινίτη ως εάν να ήσαν γιρλάντες με ρόδα. Οι κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας, οι πόρνες και οι ομοφυλόφιλοι και οι μαστροποί και οι πορτοφολάδες και οι κράχτες και οι νταήδες κινούν την πένα του Ζενέ πάνω σε λερά χαρτιά, ακόμα και σε κομμάτια από υφάσματα και πετσέτες, που ο ποιητής τα χειρίζεται λες και είναι πάλλευκα πεντάγραμμα. Προτού κλείσει τα τριάντα έχει ήδη καταπιαστεί με τη σύνθεση του πρώτου αριστουργήματός του, της «Παναγίας των Λουλουδιών» που έμελλε να εκδοθεί το 1944 και να θαμπώσει την γαλλική διανόηση με την εκτυφλωτική ποιητική δύναμή του.
Επί σχεδόν μία δεκαετία, ο Ζενέ γράφει κυριευμένος από ιερή μανία. Το ατελιέ του είναι, φυσικά, πάντα ένα κελί, και το κοινό του δεν είναι παρά ο ίδιος του ο εαυτός. Γράφει για να μην χάσει τα απομεινάρια της παλλόμενης αξιοπρέπειάς του, γράφει για να ξορκίσει την πείνα και τη βαναυσότητα, γράφει για να διασώσει, εντός του πρώτα απ’ όλα, τους κώδικες και τη γλώσσα ενός απόλυτα περιθωριακού σύμπαντος. Τα αυτοβιογραφικά του μυθιστορήματα, γραμμένα όλα μες στα κολαστήρια, στη δεκαετία του 1940, ανακηρύσσουν από μόνα τους τον Ζενέ σε μεγάλο μάστορα της γαλλικής γλώσσας, σε ποιητή πρώτου μεγέθους, σε άρχοντα της γραφής. «Ήμουνα μόνος», γράφει. «Τα πάντα είναι απόντα μες στη φυλακή, ακόμα και η ίδια η μοναξιά».
Το 1948, ο Ζενέ θα συλληφθεί και πάλι για διάρρηξη και κλοπή. Οι δικαστές είναι αμείλικτοι. Αυτή τη φορά καταδικάζεται σε ισόβια δεσμά. Και πάλι ο Ζαν Κοκτώ, συνεπικουρούμενος από τον Σαρτρ και τον Αντρέ Ζιντ, ηγείται μιας εκστρατείας για την αποφυλάκιση του συγγραφέα. Η Γαλλία δείχνει για μιαν ακόμα φορά τον σεβασμό της προς τη μεγάλη ποίηση και τους γνήσιους ποιητές. Ο Ζενέ απελευθερώνεται με προεδρικό διάταγμα. Εκφράζει την ευγνωμοσύνη του με ένα ποίημα στο οποίο εκθειάζει τις αρετές των εγκληματιών και παρουσιάζει το κελί της φυλακής σαν μοναστικό τόπο γεμάτο ευλάβεια και αχαλίνωτες ερωτικές φαντασιώσεις. Συνάμα, δοκιμάζει τις δημιουργικές του ικανότητες στη δραματουργία και ολοκληρώνει τα περιλάλητα και πολυπαιγμένα θεατρικά του έργα, ανάμεσα στα οποία οι «Δούλες», οι «Νέγροι» και το «Μπαλκόνι». Ζει πάντα σε κάμαρες μικρών ξενοδοχείων, αρνείται να έχει άλλα υπάρχοντα εξόν από μια αλλαξιά ρούχα. Γράφει τη νύχτα, πάντα, περιβαλλόμενος από χαρτιά που τα γεμίζει σα μανιακός, και καταπίνοντας αλλεπάλληλες αμφεταμίνες, ενώ κοιμάται τη μέρα, υπό την επήρεια υπνωτικών.  Το κρανίο του το ξυρίζει τακτικά, και διατηρεί επαφές τόσο με επιφανείς Γάλλους δημιουργούς, ανάμεσα στους οποίους ο Αλμπέρτο Τζακομέτι και ο Μπρασάι που τον απαθανάτισαν με την απαράμιλλη τέχνη τους, όσο και με ανθρώπους του υπόκοσμου που θαμπωμένοι από τη φήμη και την προσωπικότητά του αναλαμβάνουν κλοπές για λογαριασμό του και του δωρίζουν με αγάπη τα κλοπιμαία.
Ανήσυχος και ασυμβίβαστος, ο Ζενέ γνωρίζει, και γοητεύει, τον τότε ιδιοκτήτη νάιτ-κλαμπ, και μετέπειτα φημισμένο σκηνοθέτη Νίκο Παπατάκη, ο οποίος χρηματοδοτεί τη μοναδική κινηματογραφική δημιουργία του ποιητή, το «Ερωτικό Τραγούδι». Η ταινία ήταν βωβή, το σκηνικό ήταν βέβαια μια φυλακή, και θέμα ήταν ο αισθησιασμός και η βία των εγκλείστων. Η ταινία σφαγιάστηκε από τη λογοκρισία, ξεχάστηκε για δεκαετίες, αλλά τώρα θεωρείται πρωτοπόρο αριστούργημα του underground κινηματογράφου. Όσο η φήμη του Ζενέ εξαπλώνεται, τόσο ο ίδιος απομονώνεται. Το γράψιμο, το λυτρωτικό του καταφύγιο, αρχίζει να αραιώνει. Δίχως τον περίκλειστο κόσμο του κολαστηρίου, ο Ζενέ νιώθει ολοένα και περισσότερο άγονος. Θαρρείς και είπε ό,τι είχε να πει με ένα δυναμικό ξέσπασμα, με ένα αιφνίδιο άνοιγμα στον κόσμο της σελίδας, του σανιδιού, της οθόνης. «Μπαίνω στον κόσμο της ομαλότητας, και διόλου δεν μου αρέσει», θα πει. Και θα συμπληρώσει, «Είναι αναγκαίο να είμαι ανώνυμος και φτωχός». Επέμενε να μην έχει σταθερή διεύθυνση, να περιπλανιέται από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, συνήθως αποφεύγοντας να πληρώσει το λογαριασμό, να μην έχει τραπεζικό λογαριασμό, να σκορπίζει τα χρήματά του, τα οποία κουβαλούσε πάντα και παντού μαζί του σ’ ένα σάκο, προσφέροντάς τα σε φίλους του που τα είχαν ανάγκη, και να ζει από προκαταβολές που έπαιρνε για έργα τα οποία δεν έμελλε να ολοκληρώσει και να παραδώσει.

Όσο η γραφή χανόταν, τόσο εντεινόταν η διάθεση του Ζενέ να σταθεί στο πλευρό των αδικημένων. Δίχως να διατηρεί ποτέ σχέσεις με τον κόσμο της πολιτικής, αποφάσισε να υποστηρίξει το κίνημα των «Μαύρων Πανθήρων», κι έτσι ταξίδεψε στον Καναδά και πέρασε παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες για να λάβει μέρος σε διαδηλώσεις, πλάι  στον Ουίλιαμ Μπάροουζ, τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, τον Τέρι Σάουδερν, και να δώσει διαλέξεις σε πανεπιστήμια. Συνελήφθη, κατηγορήθηκε για παράνομη είσοδο στη χώρα, και απελάθηκε.
Μετά τους «Μαύρους Πάνθηρες», ο Ζενέ έστρεψε το θάλπος της συμπαράστασης στους Παλαιστίνιους εξεγερμένους. Ταξίδεψε εκεί και έζησε ολόκληρους μήνες σε παλαιστινιακά στρατόπεδα, εκδηλώνοντας την αμέριστη αλληλεγγύη του. Λίγο αργότερα έμελλε και πάλι να σκανδαλίσει υπερασπιζόμενος τους Γερμανούς της «Φράξιας Κόκκινος Στρατός», την ομάδα του Αντρέας Μπάαντερ και της Ουλρίκε Μάινχοφ. Γίνεται γνωστός στις νεολαίες των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, ένας αντι-ήρωας αγνός και γνήσιος, ένας εμπνευστής ροκ ειδώλων όπως ο Ντέιβιντ Μπάουι και οι Velvet Underground, ένας απόλυτος αντικομφορμιστής, ένας ασυμβίβαστος που με το ένα πόδι πατάει στον κόσμο της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας και με το άλλο στον υπόκοσμο. Ο Ζενέ γίνεται κάτι σαν ο Ευρωπαίος Μπάροουζ, ο καλλιτέχνης που ζει την τέχνη του ίσαμε το τελευταίο κύτταρό του, αντλώντας πάντα την έμπνευσή του από τους οχετούς και τα υπόγεια της ζωής, από το πριγκιπάτο των εξεγερμένων, των περιθωριακών, των περιφρονημένων, αυτών που βλέπουν το φεγγάρι στον υπόνομο και τ’ αστέρια μες στη λάσπη.
«Ω συγκεχυμένες και αλγεινές χαρές!» γράφει σ’ ένα του ποίημα. «Εφήμερη αναστάτωση ψυχής ισορροπημένης. Ματαιοδοξία ευτελής! Σκίρτημα αισχρό που ως το ιερό σας εξυψώνει. Ω Μισέλ Βιεσάνζ, Μιχαήλ, άγγελε εσύ γηραιέ, εκείνες τις τρεις ώρες στη Σμαρά τις γνώρισες άραγε αυτές τις συγκεχυμένες κι αλγεινές χαρές; Αν όχι τίποτ’ άλλο, άντεξες το ιερό στοιχείο της στιγμής, και ξανάγινες άνθρωπος, την ανθρώπινη βούληση πραγματώνοντας εσύ!» Κι αυτό ήταν, θαρρείς, το στοίχημα του Ζενέ: ο εξανθρωπισμός του ιερού, ο καθαγιασμός του ανθρώπου όσο βδελυρός, ταπεινός, έσχατος και ποταπός κι αν είναι. Η ανθρώπινη βούληση και η πραγμάτωσή της είναι το στοίχημα της ζωής, αυτό ακριβώς που μας κάνει βαθιά ανθρώπινους.
Τις τελευταίες νύχτες του πολυκύμαντου βίου του, ο Ζαν Ζενέ τις περνάει, άρρωστος και αποκαμωμένος, αλλά πάντα με σχέδια για μεγάλα ταξίδια κατά νου, στο Jacks Hotel, σε μια κάμαρα μόλις οχτώ τετραγωνικών μέτρων. Στη μοναδική καρέκλα είναι απλωμένο το τζάκετ του, ενώ στο κομοδίνο βρίσκεται το χειρόγραφο του τελευταίο τα βιβλίου, με τίτλο «Αιχμάλωτος του Έρωτα», που ο συγγραφέας διορθώνει και επεξεργάζεται ξανά και ξανά. Το πρωί της γιορτής της Παρθένου Μαρίας, στις 15 Αυγούστου του 1986, ο Ζενέ, σκηνοθέτης και ντοκιμαντερίστας του πεπρωμένου του, θα βρεθεί νεκρός από την καμαριέρα, μια κοπέλα από τον αγαπημένο τόπο του ποιητή, το Μαρόκο. Ο Ζενέ εκπλήρωσε τη ρήση του αγαπημένου του ποιητή, του Μπωντλαίρ, «Ήθελα να μιλήσω την όμορφη γλώσσα των καιρών μου», και πολέμησε, με μοναδικά πυρομαχικά, την πένα και το χαρτί, υπέρ μιας άσβεστης δίψας και ανάγκης για ελευθερία. Ωραίος λόγος για να σε αγαπάνε αλλεπάλληλες γενιές νέων και αγέρωχων ανθρώπων!

 Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου