Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Ο Τάσος Παυλόπουλος κατά τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Παραδειγματική Πραγματεία Περί Πραμάτειας Παυλόπουλου


Πώς λέγαμε παλιά, τα Πέντε Φι, ήτοι ΦΦΦΦΦ, που σημαίνει Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε, έχουμε τώρα, ελέω Άγρας, νυν τα Πέντε Πι, ήτοι αυτό που βλέπετε παραπάνωθι ως τίτλο.




Παυλοπλούς Παραστάτου

Μ’ αρέσει το Πι όπως Περιπέτεια, όπως Περιέργεια, όπως Πείσμα, όπως Ποίηση. Όπως, Παυλόπουλος. Ο οποίος Παυλόπουλος είναι από κείνους τους ζωγράφους που όχι μονάχα τους αγαπάω, αλλά και μου είναι (πάλι το Πι) Πολύτιμοι. Και μου είναι πολύτιμοι καθόσον με υποχρεώνουν, ύστερα από το γλεντοκόπι των αισθήσεων που σημαίνει κάθε επαφή με το έργο τους, να σπαζοκεφαλιάσω, λες και είμαι ο Φίλιπ Μάρλοου και έχω να τα βάλω με τον Καπαμπλάνκα[1], λες και όλες μου οι βεβαιότητες έχουν πάθει ένα σοβαρό στραπάτσο, λες και τα όσα γνώριζα είτε επιβεβαιώνονται εκκωφαντικά (πράγμα ύποπτο, πράγμα που σε οδηγεί καρφί ξανά στην αμφιβολία), είτε αργοσβήνουν σ’ έναν λυγμό και ύστερα χάνονται στη σιωπή (πράγμα που σημαίνει ότι τα όσα γνώριζα δεν ήσαν και πολύ σόι), να σπαζοκεφαλιάσω, έλεγα λοιπόν, σκεπτόμενος τι είναι η Τέχνη σήμερα, τι είναι η Ζωγραφική το 2010, ύστερα από την τόσο ύπουλη επέλαση του Marcel Duchamp, τι θα πει ξημερώνομαι γράφοντας/ζωγραφίζοντας/φτιάχνοντας μουζικούλες, πόση αθωότητα μπορεί να μας έχει απομείνει, πόση τρέλα (άραγε πόσο “Still Crazy After All These Years”;[2]) χωράει ακόμη, πόση αγριεμένη και συγκινημένη συνάμα, μα και τσακισμένη και πολλαχώς ματαιωμένη υπομονή κι επιμονή, όπως μας έλεγαν και οι παλιές καλές δασκάλες, χρειάζεσαι πια για να μπορείς να κάνεις ποίημα, να κάνεις πίνακα, να κάνεις τραγούδι; Άσε που, καμιά φορά, σε πλακώνει στις γρήγορες, και τις γερές, κι ένα αναπόδραστο «για τι;», «προς τι;», κι εκεί το πράγμα μπορεί και να ξεστρατίσει απηνώς, και η λεωφόρος προς την παραίτηση να ανοιχτεί μεταμφιεσμένη σε κούκλα πεντάμορφη κι ωραία, ενώ είναι, για όσους ξέρουν κι εννοούν, κακάσχημη και μέγαιρα και στρίγκλα.
           
The Case for a Tragic Optimism

Τι κάνει, σήμερα, στο αλλόκοτο νυν που ζούμε, ένα έργο τέχνης να είναι σημαντικό, να σημαίνει κατιτίς, να έχει νόημα, να γυρίζει τα πάνω-κάτω, να κλείνει το μάτι στον νοήμονα που το δεξιώνεται, να σκαμπιλίζει με γέλια ομηρικά και με δύναμη ευφρόσυνη τον αδαή κι αναίσθητο, να διαισθάνεται το μέλλον, ίσως και να το πλάθει με τη μόνη πλαστική δύναμη που έχει ανέκαθεν η Τέχνη, ήγουν την Πανουργία της, την οδύσσεια List der Vernunft, το πολύτροπον, το κάνω-την-πάπια-αλλά-σας-την-έχω-στημένη, το (και εδώ είναι θαυμαστά ακριβής ο λαϊκός λόγος) στρίβειν-διά-του-αρραβώνος, αλλά, και το, άμα λάχει, πάμε πόλεμο και μας τυλίγουν (ω Γκιγιώμ!) το κεφάλι στους επιδέσμους (ω Απολιναίρ!), ή, επίσης άμα λάχει, κάνουμε και θέατρο στο Βουνό, ή μένουμε στη Γαλλία και προσχωρούμε στην Αντίσταση ενώ κάλλιστα θα μπορούσαμε να πίνουμε τα ουίσκι μας στο Δουβλίνο, και πάει λέγοντας.
           
Πάει, όντως; Λέγοντας, όντως; Η του λαού σοφή σοφία λέγει: Τα λόγια κώλο δεν τρυπούν[3], που σημαίνει άμα δεν περάσεις από το ένδον σκάπτε του Μάρκου Αυρήλιου στο του Μάρκου Rothko I can communicate those basic human emotions,  δουλειά δεν γίνεται, άσ’ το καλύτερα, και στρέψου σε άλλα επιτηδεύματα, μην βρεις ούτε κι εσύ κάναν μπελά, μα ούτε και οι καλοί οικείοι σου, ή, άλλωστε, και τα ίδια τα λόγια μη βρουν κάναν μπελά (διότι τα λόγια δίχως τους φέροντες οργανισμούς των πράξεων δεν είναι μονάχα πτερόεντα είναι και πτερωτά από πάνω).
           

άσε το άστρο να διορθώσει το άστρο[4]

Πάμε παρακάτω (πάλι Πι & Πι), ή μάλλον, σχεδόν το ίδιο είναι, πάμε παραπίσω: στα 1998, και δη στις 15 Απριλίου, ο Παυλόπουλος διατείνεται: «Η Τέχνη είναι σαν ένα μακροβούτι… παίρνεις βαθιά ανάσα… βουτάς… τότε μετράει η ‘τεχνική’… τα γερά πνευμόνια…»[5]. Λαμπρά (καίτοι, ως λέγει ο Μέγας Ταξιάρχης των Ήπιων Ολέθρων, «Αγαπώ τη θάλασσα, αλλά μόνον το χειμώνα, και πάλι από πολύ μακριά κι από ένα κορφοβούνι»[6]). Μολοντούτο, ας ρίξουμε μια ματιά, για να δούμε πώς λειτουργεί η προειρηθείσα List der Vernunft, ας λέμε Δόλος του Λόγου, σε κάτι που ειπώθηκε γύρω στα τριάντα χρόνια πριν από την παυλοπούλεια απόφανση, και έλαμψε στα υγρά μας μάτια ακριβώς είκοσι έτη πριν από τώρα δα που γράφω τούτο δα, ήτοι τον Δεκέμβριο (έλαμψε) του 1988: «Από το 1902 μέχρι το 1910, κολύμπησα αρκετά. Οχτώ χρόνια κολυμβητικών ασκήσεων»[7]. Αυτή η μεταφορά (κι ας με διορθώσει ο Βαγγέλης Μπιτσώρης[8], αν δεν είναι απλώς μεταφορά, αλλά μετά-φωρά, ή ίσως μετά-μεταφορά, ή, ενδεχομένως, «Εκδρομή-Μεταφορά: Ο Μήτσος»), αυτή, λοιπόν, η τελοσπαντωνμεταφορά, καλλιτεχνικής εργασίας/θαλάσσιας κολύμβησης, μας μεταφέρει είτε στη Λιμναία Οδύσσεια[9] –ένας πλην πλους, πάντως πλους–, είτε στο πιο παυλοπούλειου χιούμορ παμπάλαιο ρηθέν, ιδίως όσο έχει να κάνει με καλλιτεχνικές φιλοδοξιστορίες, «Σκάσε και κολύμπα!» Που σημαίνει, και πάλι, άσε τα λόγια, άσε τα κονστράκσιον, ντεκονστράκσιον, άντερκονστράκσιον, αντερεκονστράκσιον, πιάσε πινέλο, στήσε καμβά, πάρε ανάσα, τράβα τζούρα, ξέχνα τα πάντα, θυμήσου τα όλα, πάψε να είσαι, σταμάτα να μην είσαι, γίνε, χάσου/χώσου/χύσου, ρημάξου/τσακίσου/φτύσου, σήκω/πέσε, πέσε/σήκω, άναψε το μάτι, φτιάξε καφέ/άνοιξε το μάτι, κάνε γαλάζιο το καφέ, βγες απ’ το χρώμα, Η Ζωή Δεν Έχει Πώμα (Καρούζος), αφηνίασε, στο μηδέν πλησίασε, πιες το κρασί/στάλα χρυσή/απ’ την ψυχή/ως τη ψυχή (Χατζιδάκις).


Ο Γκαούρ και ο Τζιμ Άνταμς επαναπατρίστηκαν
και ο Σπίθας
δεν δέρνει τους Γιαπωνέζους…[10]


Τι Υπέροχο που Είναι Να Είσαι Αθώος!
Τι Αθώο που Είναι Να Είσαι Υπέροχος!

Το Παν είναι να Παραμείνουμε Άνθρωποι, και ν’ αγαπάμε τον Παυλόπουλο
ως Βούληση και ως Αναπαράσταση!

Όχι στο solo ipso, ναι, επί τέλους στο Σόλο Ύψος (και Ύφος)!

Ο Τάσος Παυλόπουλος  είναι αυτός, ο Πάρα Πολύ Πολύτιμος που μου έμαθε τον Μέγα Arslan!!!

Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι Ωραίος Ζωγράφος
και έχει Ωραίο Βλέμμα
όταν ζωγραφίζει
αλλά και όταν
Πίνει Πάλι Πολύ
ωραίο βλέμμα έχει.

Εξάλλου, ως είπεν ο Νικολάι Γκόγκολ,
ο Ναπολέων είναι μέγας στρατηλάτης
αλλά αυτός δεν είναι επαρκής λόγος
για να σπάμε τα έπιπλα!

                                                                       
Ο Ντανταϊσμός ήταν μια πνευματική ανταρσία[11]

Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι δεδηλωµένος λάτρης του Dada. Αλλά, προσοχή: σε καµία περίπτωση δεν είναι ένας µεταντανταϊστής. Ούτε βέβαια κάποιος κατά σχεδόν έναν αιώνα καθυστερημένος µιµητής των τρόπων του Dada. (Είχαμε πήξει κάποτε από ενοχλητικούς ανθυποµιµητές των όσων μπόρεσαν να κομίσουν στην Τέχνη και στην Επανάσταση, ή και στις δύο, αυθεντικοί πρωτοπόροι όπως ο Αρθούρος Κραβάν, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Μπενζαµέν Περέ, ο Φρανσίς Πικαµπιά, ο Μαρσέλ Ντυσάν, και τόσοι άλλοι). Ο Παυλόπουλος, απεναντίας, προχωρεί, µε τα χρόνια, σε ένα γόνιµο διάλογο µε τα επιτεύγµατα του Dada, αντλεί από αυτά, τα μπολιάζει µε λογισμό και µ’ όνειρο, τολμάει να τα βάλει να συνομιλήσουν µε άλλα επιτεύγµατα άλλων τρόπων, ρυθμών, μεθόδων, και γεμίζει εν συνεχεία µε όλα τα χρώματα τον τόπο του κρανίου του, εκείνο το ευλογημένο μύχιο στούντιο της Αληθινά Αληθινής Αλήθειας, της Πραγματικά Πραγματικής Πραγματικότητας, ήτοι εκείνο το αμπρί, εκείνο το χαράκωμα, εκείνο το φωτερό και λυτρωτικό, από τουλίπες και ορχιδέες καµωµένο οδόφραγµα όπου μαίνεται λυσσαλέα ο πόλεµος ανάµεσα στους πολυάριθµους κακάσχημους κακοµούτσουνους κανάγιες και στους αγγελόµορφους happy few.


Αυτό όμως που ανεξίτηλα μένει επάνω μου
είναι το σημάδι
που μου ’κανε ο Ζορρό.
Έστω και τώρα
πρέπει να του το ανταποδώσω…[12]



Κάθε φορά που αντικρίζω και απολαμβάνω έργα του Παυλόπουλου (είτε σε γκαλερί, είτε σε λευκώματα και βιβλία, είτε στους τοίχους, αλλά και στο καζανάκι της τουαλέτας, του τζαζ καλλιδροµιακού ουισκάδικου «Ο Ένοικος», όπου κάψαμε κάμποσα χρόνια της ζωής µας και αρίφνητα εγκεφαλικά κύτταρα για να γίνουμε ακόµα πιο ανθρώπινοι, βεβαίως βεβαίως), µου έρχονται τρία πράγματα στο ελβετικό τυρί που είναι ό,τι απέμεινε από τον κάποτε κραταιό εγκέφαλό µου:
Πρώτον, ότι θεωρώ τον κρανίου τρόπο του εν λόγω καλλιτέχνη απέναντι στους προδρόμους του ως βέβηλο σεβασμό και σεβάσμια βεβήλωση. Που σημαίνει, όπως κάνουν πολλά παιδιά µε τα καινούργια τους και αγαπημένα τους παιχνίδια, θαυμάζω, χαλάω, διαλύω για να δω τι έχει μέσα (έτσι λέγαμε, μικρά σαν ήμασταν), και συναρμολογώ εκ νέου, µε άλλη διευθέτηση, δική µου, του γούστου µου προσωπική µου, τα κοµµάτια από διαφορετικά παιχνίδια για να φτιάξω ένα καινούργιο, πρωτόγνωρο, καινοφανές.
Δεύτερον, ότι είχα διαβάσει κάποτε, κατάπληκτος από τη σπάνια ευστοχία του κριτικού, πως τα τραγούδια του Τοµ Γουέιτς έχουν την ιδιαιτερότητα να σου φαίνεται ότι τα έχεις ξανακούσει, κάπου, κάποτε, και τα έχεις ήδη κάνει κτήμα σου, τα φέρεις στο µυαλό, στην καρδιά, και σ’ όλο σου το µυϊκό σύστηµα, ακόµα κι αν είναι από τον τελευταίο του δίσκο και τ’ ακούς πρώτη φορά, και έχεις επίγνωση φυσικά ότι τ’ ακούς πρώτη φορά. Όπως ο Γουέιτς χάνεται στους ρυθµούς και τις µελωδίες του Βαθέως Νότου, στα περίτεχνα κοσµηµένα µε λαϊκά µοτίβα µουσικά δηµιουργήµατα του Κουρτ Βάιλ, σε ακατάσχετους κι ακατάστατους ήχους της µεγαλούπολης, σε λαϊκά χαµούρικα τραγούδια που ακούγονται στα µπορντέλα, αλλά και σε θορυβώδεις εκρήξεις ενός αβανγκαρντίστα όπως ο Καρλ Χάιντς Στοκχάουζεν, για να τα κάνει ένα, να τα κάνει δικό του, καινούργιο, πρωτάκουστο ήχο, έτσι και ο Παυλόπουλος γυροφέρνει στα συνήθως κακόφηµα στην εποχή τους σοκάκια της αδάµαστης και ιδιοσυγκρασιακής δηµιουργικότητας, στα παιδικά περίτεχνα εικαστικά παίγνια του τύπου «Πού είναι ο Γουόλυ», σε λαϊκές ζωγραφιές που κοσµούσαν κάποτε τα καφενεία, αλλά και σε µιαν ανεστραµµένη (µε την έννοια της αναστροφής που επιχείρησε ο Μαρξ στη διαλεκτική του Εγέλου ώστε να σταθεί όπως πρέπει) pop art, στην οποία προσδίδει ένα ανατρεπτικό νόηµα που δεν είχε, και ενδεχοµένως δεν ήθελε να έχει, ούτως ώστε να κάνει τούτο τον διόλου τυχαίο αχταρµά δικό του και να µας τον προσφέρει δυναµικά, αναπαλαιώνοντας ό,τι είχε σηµασία και σκουπιδιάζοντας (γουστάρω, αίφνης, γκαγκάν ορολογία) ό,τι δεν άξιζε παρά να σκουπιδιαστεί.
Τέλος, και τρίτον, µου έρχεται στο µυαλό, ίσως µέσα από τη διαδικασία κάποιας ποτισµένης στην αιθυλική αλκοόλη συνειρµικής ψευτο-συναισθησίας, η δουλειά ενός σηµαντικού έλληνα λογοτέχνη, του Παναγιώτη «Πητ» Κουτρουµπούση, ο οποίος, καθώς ξέρω, λατρεύει επίσης το Dada και, στα ακαριαία, εξόχως πρωτότυπα και γεµάτα ψυχωφελές χιούµορ αφηγήµατά του, το µπολιάζει µε διαβάσµατα από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, µε τα εξωφρενικά κατορθώµατα των ηρώων της λεγόµενης παραλογοτεχνίας, µε τον Καραγκιόζη, µε τα νουάρ της «Μαύρης Μάσκας», µε υψηλές αλλά και ξεφτιλέισον στιγµές της επιστηµονικής φαντασίας, µε την υβριδική γλώσσα κάποιων παµπάλαιων µεταφράσεων έργων του Ιουλίου Βερν και µε την αργκό των ρεµπέτηδων. Το νόστιµο εν προκειµένω έγκειται στο ότι µοιάζει ασφαλώς ο ζωγράφος Παυλόπουλος να είναι το εικαστικό αντίστοιχο του συγγραφέως Κουτρουµπούση, και αντιστρόφως, αλλά επίσης συµβαίνει ο Κουτρουµπούσης να ζωγραφίζει κιόλας, και µάλιστα πολύ καλά, ο δε Παυλόπουλος να γράφει επίσης, και µάλιστα, ξανά επίσης, πολύ µα πολύ καλά!


Μου έχανε τον εαυτό μου…

Η Τέχνη του Παυλόπουλου, εμένα, αυτό ακριβώς μου κάνει, μου χάνει τον εαυτό μου. Ιδού όλη η παράγραφος από όπου αλιεύτηκε η φράση, για να γίνει σοβαρά σμπαράλια σαφές αυτό που εννοώ (και που θεωρώ ως την πλέον ουσιώδη πια αποστολή/λειτουργία/επίθεση της Τέχνης): «Έπαιρνα χάπια, τα χάπια με κάνανε και τη σκότωσα, επειδή ήμουνα τρελός, από τρέλα το έκανα… Τη σκότωσα γιατί ήταν διάβολος. Μου έκανε μάγια. Ήθελε να πεθάνω. Μου έχανε τον εαυτό μου»[13].  Η Τέχνη, όπως τη διακονεί ο Παυλόπουλος, μας ωθεί πέρα από τα όρια του έλλογου πράττειν μας, καθώς μας ταξιδεύει ταυτόχρονα, και ως προς τούτο είναι ιλιγγιώδης, στο Παρελθόν, στο Παρόν, και στο Μέλλον, τόσο της Τέχνης όσο και της Ζωής, υιοθετώντας έναν τραγικό οπτιμισμό, που σημαίνει ότι μένει με τα μάτια ανοιχτά και με το χιούμορ πάντα επ’ ώμου απέναντι σε ό,τι κακάσχημο και ολέθριο, απέναντι στα πολλά αδιέξοδα και τις πολλές παγίδες ολόγυρά μας.
Μου χάνει τον εαυτό μου, καθόσον με κάνει να ξεφύγω λυτρωτικά από το νυν του εαυτού μου (υποχρεώσεις, τρεχάματα, σκέψεις, έγνοιες, βιοπάλη), και με γυρνάει καρφί στα χρόνια τα παιδικά με ήρωα, ας πούμε, τον Ζορρό (βλ. «Fuck the System/Fuck the Police»), για να με αρπάξει τάχιστα από κει και να με σφαίρα σε τοπία καμπαρετζίδικα ανακατωμένα με αναμνήσεις από το… Βυζάντιο («Byzantium Blues»), με ξεναγεί και πάλι στα χρόνια τα παιδικά, παίζοντας με τις σύγχρονες τάσεις της Τέχνης («Minimal Art/ I have an authentic Mini Maus»), για να με στείλει ξανά στο Βερολίνο που αγαπάμε («Revolution by Night»), κι ύστερα να με παρατήσει σύξυλο για να πάει να μπεκρουλιάσει με τον Μέγιστο Μάστορα του Γέλιου («Πίνω Μπίρες Παρέα Με Τον Φίλο Μου, τον Karl Valentin»). Έτσι μου χάνει τον εαυτό μου, με ακαριαίες μετακινήσεις στον χρόνο και στον χώρο, και με αλλεπάλληλα/ασταμάτητα/απανωτά σχόλια στο Τότε και στο Τώρα της Τέχνης.
Αν ήταν να συσχετίσω το έργο του Παυλόπουλου με ένα και μόνο αριστούργημα της μουσικής αυτό θα ήταν το ολιγόλεπτο (πλην όμως, καταργώντας προσώρας τον χρόνο, απλώνεται ανυπολόγιστα μες στη διάρκεια) «The Laughing Record», από το 1922, όπου ακριβώς ο Karl Valentin, παρέα με την Liesl Karlstadt γελάνε με έναν τρόπο που σε ωθεί να επανεξετάσεις όλα όσα ξέρεις για την Τέχνη, όλα όσα έχεις σίγουρα σχετικά με τη Ζωή. 

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Πλατεία Παπαδιαμάντη, Δεκέμβριος 2009


[1] Βλ. Raymond Chandler, Το Ψηλό Παράθυρο, μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, Άγρα, 1992, σ. 310 [Ήταν βράδυ. Γύρισα στο διαμέρισμά μου κι έβαλα τις χιλιοφορεμένες μου πιζάμες, έστησα τη σκακιέρα, έφτιαξα ένα ποτό κι έπαιξα άλλη μια παρτίδα του Καπαμπλάνκα. Πενήντα εννιά κινήσεις. Όμορφο, ψυχρό αμείλικτο σκάκι, σχεδόν φρικιαστικό μες στη βουβή αδιαλλαξία του].
[2] Paul Simon, 1975. Βλ. επίσης, Θωμάς Κοροβίνης, Όμορφη Νύχτα, Άγρα, 2008, σ. 179, αλλά και 217-20.
[3] Βλ. Θωμάς Κοροβίνης (Επιμέλεια-Ανθολόγηση) & Τάσος Παυλόπουλος (Εξώφυλλο): Βωμολοχικές Σκανδαλιστικές Ελληνικές Παροιμίες, Άγρα, 1998, 2009, σ. 97.
[4] Gregory J. Markopoulos, Βουστροφηδόν (και άλλα γραπτά), μτφρ. Νατάσσα Χασιώτη, Άγρα, 2004, σ. 303.
[5] Τάσος Παυλόπουλος, No Parking, Άγρα, 2000, σ. 14.
[6] Νίκος Τριανταφυλλίδης, Πτολίεθρον Λερό [Συνομιλίες με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη], (Ποδ) Άγρα, 2010, υπό έκδοσιν, σ. 104.
[7] Marcel Duchamp, Ο Μηχανικός του Χαμένου Χρόνου [Συνεντεύξεις με τον Pierre Cabanne],  μτφρ. Λίλιαν Stead-Δασκαλοπούλου, Επιμέλεια Ύλης: Κύριλλος Σαρρής, Άγρα, 1989 [Δεκέμβριος] και 2008 [Ιούλιος], σ. 45.
[8] Βλ. Martin Heidegger, Τι είναι η Φιλοσοφία, μτφρ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, Άγρα [αφού μας εξάντλησε, εξαντλήθηκε~ και παραμένει –δυστυχώς– εξαντλημένο].
[9] Φυσικά, βλ. Γιάννης Κουνέλλης, Λιμναία Οδύσσεια (Κείμενα και Συνεντεύξεις, 1966-1989), μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, Άγρα/Γκαλερί Bernier, 1991.
[10] Τάσος Παυλόπουλος, No Parking, ό.π., σ. 11.
[11] Ανδρέας Εμπειρίκος, Περί Σουρρεαλισμού (Η Διάλεξη του 1935), Εισαγωγή-Επιμέλεια: Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Άγρα, 2009, σ. 57.
[12] Τάσος Παυλόπουλος, No Parking, ό.π., σ. 11.

[13] Βλ. Ανδρέας Αποστολίδης, Τα Πολλά Πρόσωπα του Αστυνομικού Μυθιστορήματος [Δοκίμια για την ιστορία και τις σύγχρονες τάσεις του], Άγρα, 2009, σ. 304.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου