Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Διασυρμός

[Ένα από τα πολλά κεφάλαια του μυθιστορήματος ΔΙΑΣΥΡΜΟΣ που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Εστία. Ο ΔΙΑΣΥΡΜΟΣ είναι το πρώτο μέρος της Τριλογίας του Χάους. Τα άλλα δύο μέρη, με τίτλους Περίληψη Προηγουμένων και Οι Άλλοι, θα ολοκληρωθούν αρχές Φθινοπώρου του 2012]


The fall (bababadalgharaghtakamminarronnkonnbronntonnerronntuonnthunntrovarrhounawnskawntoohoohoordenenthurnuk!)
JJ, Finnegans Wake

[2006]

Ι

«… και γυρίζει και μου λέει, με τα δάχτυλα να τυλίγουν το πράσινο εξώφυλλο, κάνει σαν να το προστατεύει αλλά και, συνάμα, να το κυριαρχεί, να το ελέγχει, έστω να θέλει να το ελέγξει, λες και είναι κάτι λατρεμένο κι επικίνδυνο μαζί, κάτι λυτρωτικό αλλά και λάγνα ύπουλο, κάτι που θέλει κατανόηση αλλά και επιφύλαξη, δόσιμο και δέσιμο, ναι, μου λέει λοιπόν, Αυτό, να το διαβάσεις, κι εγώ λέω, θα το διαβάσω, πού να ξέρω, πώς να ξέρω, ούτε καν ετών δεκαεφτά δεν ήμουν, και ήταν Ο Μαλόν Παθαίνει, Βόλος, 1976, στην οδό Αλεξάνδρας, σιμά στην εκκλησιά, στον Άγιο Νικόλαο, Piazza San Nicolo, Για να βρεις τη δροσιά του βουνού πρέπει ν' ανέβεις ψηλότερα απ’  το καμπαναριό, πιο κει οι Μιλάνοι, η Σκάλα των Μιλάνων, φαΐ καλύτερο έκτοτε δεν έφαγα ποτέ μου, τσίπουρο μελωδικότερο ουδέποτε απόλαυσα (ω Τζώρτζη Γιάννη και Βασίλειε Τσαλή, ω Χαϊμ Πολίτη και Σφακιανάκη Άγγελε, ω Δημήτρη Καζαντζή και Νίκο Σωτηρίου), κι όλα τα Μπι από κει τα έμαθα και τ’ αγάπησα, Borges Bernhard Burroughs Ballard, και κάτι λίγο πιο αγαπημένο, πιο κοντά σε ό,τι πάσχισα και πασχίζω, Beckett – να ’ναι καλά, ο Νίκος, ο Λούβη, ο Νικόλαος Λουδοβίκος, νυν ιερωμένος ανεπίληπτος και λόγιος λάμνων σε λέξεων ωκεανούς, ότι αυτός, με φωνή βραχνό βελούδο, γύρισε με κοίταξε μου είπε: Αυτό να το διαβάσεις, να το διαβάσω, εντάξει, το διάβασα, και έμεινα, εκεί, πια για πάντα έμεινα εκεί, των εμμονών μου έμμονος, μόνος ποτέ, πάντα με άλλους, πιστός σε ό,τι τότε μου έδωσαν, σε ό,τι σκληρά μού δόθηκε, Δεν είναι μεγάλο πράγμα ν' ανεβείς μα είναι πολύ δύσκολο ν' αλλάξεις», έχει διαβάσει δυνατά, αργά και καθαρά, ο Μάνος Γιαννόπουλος, και εν συνεχεία έχει κλείσει το βιβλίο, έχει σηκωθεί, ευθυτενής, πάντα, με κινήσεις σταθερές, χωρίς τον παραμικρό, έστω και ανεπαίσθητο κλονισμό, και έχει πάει ίσαμε την κουζίνα, έχει ανοίξει το ψυγείο, έχει βάλει επιμελώς παγάκια στο κρυστάλλινο ουισκοπότηρό του, έχει  ανανεώσει το περιεχόμενό του, έχει επανέλθει στο καθιστικό, έχει πιει μια γερή γουλιά Teachers, έχει πάει στο πικάπ, έχει βάλει το Joes Garage να παίζει, έχει πάρει πάλι το βιβλίο τού πώς-τον-λένε, για κάτσε μισό δευτερόλεπτο να δούμε, ναι, ο Γιαννόπουλος βλέπει στο εξώφυλλο το όνομα του συγγραφέα, Οδυσσέας Νόβακ, βλέπει και τον τίτλο, Ηλιαχτίδες στο Μπλουτζίν, και κατόπιν έχει βαδίσει, σταθερά, χωρίς, άνευ, ποτέ, χωρίς το παραμικρό τρίκλισμα, δίχως καν ανεπαίσθητο, είπαμε, κλονισμό, και έχει φτάσει σε απόσταση ενός μέτρου, πάνω κάτω, από το μικρό, μικροαστικό προς νεοαστικό, τζάκι, και έχει υψώσει το χέρι με το βιβλίο κατά τριάντα μοίρες, έχει εκφέρει αργά, σταθερά, κρύσταλλο λαμπίκο, τις λέξεις, Δε μου γαμιέσαι μαλάκα Νόβακ με την εφηβεία σου, δε μου γαμιέσαι με τον Βόλο και τον Μπέκετ σου, δε μου γαμιέσαι με τον ηλίθιο παραφουσκωμένο βερμπαλισμό σου, δε μου γαμιέσαι με τον γαμημένο μαξιμαλισμό σου, και, έχοντας συνειδητοποιήσει, στο τσακ, ότι τείνει κι αυτός προς έναν μαξιμαλισμό, έστω και υβριστικό προς τον όντως μαξιμαλισμό, έχει, ανενδοίαστα και ανερυθρίαστα, πρέπει να τα λέμε αυτά, εκτοξεύσει το βιβλίο με όλες του τις ηλιαχτίδες και τα μπλουτζίν του όλα στη φωτιά, και έχει στραφεί προς τον ελεεινά αναίσθητο από το ποτό Νίκο Βελή, και του έχει πει, Άλλη φορά, Νίκο, μην ξαναγράψεις ως Νόβακ, και, κυρίως, άλλη φορά, Νίκο, μην ξαναγράψεις σάχλες. Μετά, το έχει σκεφτεί, το έχει ξανασκεφτεί, έχει ξαναγεμίσει το ουισκοπότηρό του, έχει ξαναπιεί μερικές γενναίες γουλιές, έχει ξαναπλησιάσει τον ακόμη ελεεινά αναίσθητο από το ποτό Νίκο Βελή, και του έχει πει, Μην ξαναγράψεις, τελεία.

*   *   *

ΙΙ

Ναι, λίγο προτού γνωριστούμε, Αγάπη μου, Αγαπημένη, Γυναικογυναίκα μου εσύ, είναι αλήθεια, έπινα ως το φουκαριάρικο συκώτι μου, που έλεγε κι ο Καζάζης, και δεν είχα ρέντα στο γράψιμο, μ’ όλο που παρίστανα το αντίθετο, από φόβο, αν θέλεις, από μια δεσπόζουσα, τότε, τάση μου να την κοπανάω κι από τον ίδιο μου τον εαυτό, να μην με κοιτάζω κατάματα, να φεύγω, να φεύγω, να φεύγω – και το χειρότερο ήταν που όλο αυτό το καρύκευα, το καλλώπιζα, ξεγελούσα τους άλλους κι εμένα διαρκώς, κι είχα το χιούμορ σωματοφύλακα και μπράβο και τραμπούκο, αλλά τι να σου κάνει και το χιούμορ άμα, ενώ πέφτεις, κατ’ ουσίαν δεν θέλεις να πέσεις, δεν αφήνεσαι καν στην πτώση σου, δεν είσαι ικανός ούτε καν η πτώσις να είναι δική σου και να σου ανήκει, που έλεγε κι ο Δαμίγος, ούτε καν να πέσεις δεν καταφέρνεις, κι όμως έπεφτα, αλλά έκανα ότι δεν έπεφτα, κι ενώ ψέματα δεν έλεγα, ήμουν εκ των πραγμάτων ψεύτης, καθότι ναι μεν δεν έλεγα τίποτα, μα τίποτα, που να μην ισχύει, τίποτα που να μην έχει γίνει, τίποτα που να μην έχει το οκέι του γεγονότος, από την άλλη σπανίως εγώ ήμουνα εγώ, θέλω να πω, δεν έδειχνα αυτό που είμαι, καθότι δεν γνώριζα πια αυτό που είμαι, και τα έκανα, κυρίως εντός μου, μαντάρα, αίσχος, άσε, άσε, ήταν το αίσχος μου, η κατάντια μου, διασυρμός.
            Κοίτα, για μερικές ώρες, όταν ήμουν με άλλους, υπερέβαλλα στο κέφι, πλησμονή απαστράπτοντος οπτιμισμού, πάντα ηχηρό παρών στα στέκια όλα, όχι ότι έλεγα ψέματα, αλλά, να, έπιανα τον εαυτό μου να μου φέρνει στο μυαλό ολοένα και πιο έντονα, και ολοένα και πιο δυσάρεστα, τον στίχο εκείνο του Τομ Γουέιτς I never told the trough/ so I could never tell a lie, κάπως έτσι ήταν, και να λέω μέσα μου, Μπας και είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να πω ψέματα επειδή δεν έχω πει ποτέ την αλήθεια; Κι αν δεν έχω πει ποτέ την αλήθεια, τι σκατά μαλακίες λέω τόσα χρόνια; Επειδή δηλαδή δεν λέω ψέματα, επειδή δεν μπορώ να πω ψέματα, σημαίνει ότι λέω την αλήθεια; Όχι, διαλαλεί, ο στίχος του Γουέιτς. Όχι, παπάρα, διατρανώνει ο στίχος του Γουέιτς. Όχι, άθλιε καμποτίνε, κατακεραυνώνει ο στίχος του Γουέιτς. Όχι, όχι, όχι !
            Κάτσε, βάζω ένα και συνεχίζω. Έτσι μπράβο. Λοιπόν! Πολλά κι απανωτά τα όχι. Πολλές μπάτσες. Κι από κει που δεν το περίμενα. Μαλακία κοινοτοπία λέω τώρα, μα πάντα σου έρχονται οι κατραπακιές από κει που δεν το περιμένεις.
Κοίτα, όχι, μην το πάρεις ότι κάθομαι και δικαιολογώ τις μαλακίες που έκανα επικαλούμενος κατραπακιές απότομες και κακουχίες αιφνίδιες και γκαντεμιές αδιανόητες, όχι, καρδιά μου, δεν είναι αυτό. Πάντως, οφείλω να τα πω, αυτό κάνουμε εδώ, αυτό κάνουμε τόσον καιρό, καθόμαστε και τα λέμε, έτσι δεν είναι;
            Λοιπόν, ήταν διελκυστίνδα που έκαιγε τα δάχτυλα, έτσουζε, τραχιά η τριχιά. Από τη μια το καθήκον που ο ίδιος είχα επιβάλλει σ’ εμένα τον ίδιο, το καθήκον να είμαι εν εγρηγόρσει αενάως και σε ωραία κέφια. Από την άλλη, οι αγριάδες της ζωής. Ήταν κι εκείνη η ιστορία με τη Βέρα, όπου είχα αλαλιάσει, το ομολογώ, είχα κινήσει γη και ουρανό, είχα κάνει παλαβομάρες, είχα γίνει ο Ενθουσιασμός με Έψιλον Κεφαλαίο, και είχα φάει τα μούτρα μου, και, ενδεχομένως, και τα μούτρα της Βέρας, ας πούμε, οκέι, ας δεχτούμε ότι τα κάναμε αμφότεροι ρόιδο, καθότι την στραπατσάρω εγώ, με στραπατσάρει εκείνη, την εκθειάζω εξυψώνω εγκωμιάζω εγώ, με εκθειάζει εξυψώνει εγκωμιάζει εκείνη, μετά καβγάς, ύστερα εξαφάνιση, κατόπιν αναζήτηση, έπειτα συμφιλίωση, και φτου κι απ’ την αρχή, μαγγανοπήγαδο. Στο τέλος είχαμε κάνει ψιλοκομμένο πατσά τα απομεινάρια αυτού που ενδεχομένως θα μπορούσε να ήταν ένας κάποιος έρως, έστω ένας κάποιος έντονος δεσμός, αλλά εντέλει δεν κατάφερε παρά να σβήσει, απλώς να σβήσει και μάλιστα να σβήσει αδόξως, ούτε καν σαν όνειρο που σβήνει την αυγή, ούτε καν σαν δάκρυ μέσα στην βροχή, ούτε καν σαν ψίθυρος σε συναυλία thrash metal.
            Ήταν κι άλλες ιστορίες. Προσπαθούσα, και εκεί ήμουν πάντα επινοητικός, ναι, πάντα είχα κάτι να σκαρφιστώ σ’ αυτό το ευρύ πεδίο, να εμπνέομαι και να εμπνέω, να παρασύρομαι και να παρασύρω, να ερωτεύομαι και να με ερωτεύονται. Ήταν κάτι σαν αφηνιασμός. Ήταν αυτό που έλεγε, και το είχε γράψει μάλιστα, ο Κωστής: ότι διέπομαι, λέει, από ένα εμβατηριακό μένος.
            Ναι, μπορείς να πεις ότι ανάμεσα στα 2000, πες 2002, και μέχρι λίγο προτού γνωριστούμε, πες, ξέρω κι εγώ, μέχρι 2006, ναι, και 2007, στα μισά του 2007, αυτό συνέβαινε, ένα εμβατηριακό μένος, ένας ακατάπαυστος θόρυβος ζωής, ναι, ζωή και ζωή και ζωή, έως αναισθησίας ζωή, και το εννοώ κυριολεκτικώς το αναισθησίας, θέλω να πω σωματικής αναισθησίας, έπεφτα ξερός από γλέντι, ναι, έπεφτα ξερός, πώς το λένε.
            Είχε γίνει κι εκείνη η ιστορία με την Φρανκφούρτη. Εντάξει, Μετά, το άλλο περιστατικό, με τα δεκάχρονα του Γκι Ντεμπόρ, που πήγα μόνος στο Παρίσι, μετά ο θάνατος του Λιάγκου, η καταλαλιά ότι πάω και βρίσκω τις κοπέλες του, τις γυναίκες του, τη μία μετά την άλλη, και τις παρασύρω σε ακολασίες, αν είναι ποτέ δυνατόν, και καπάκι το πατατράκ, πτώση με χλαπαταγή εντός μου, τύπου Αγρύπνια των Φίννεγκαν, ξέρεις, σου έχω πει, άκου πώς ακούγεται η πτώση, άκου, το έχω μάθει απέξω, βαθιά ανάσα, το ξέρω να σ’ το πω, να σου πω τη λέξη, εκατό γράμματα λέξη, ναι, εκατό, βαθιά ανάσα, αγάπη μου, βαθιά ανάσα, κούκλα μου, άκου, βαθιά ανάσα,  και bababadalgharaghtakamminarronnkonnbronntonnerronntuonnthunntrovarrhounawnskawntoohoohoordenenthurnuk!, έτσι ακούγεται, χαμός, χλαπαταγή, διασυρμός.
            Είχα φτάσει στα όριά μου, και δεν το έδειχνα. Δεν είχα, ας πούμε, το σθένος να το δείξω. Ξέρω κι εγώ. Ήταν και περηφάνια, γαμώτο, να, ότι δεν θέλω να δώσω άλλες αφορμές, ούτως ή άλλως μπεκρή με ανέβαζαν, ερωτύλο με κατέβαζαν, είχα τσαντιστεί, έλεγα μέσα μου ότι δεν θα τους κάνω το χατίρι, αλλά αυτή η τακτική είναι, ακριβώς, τακτική, αγάπη μου, δεν είναι στρατηγική, είναι μπούμερανγκ, με εννοείς, είναι έδαφος ολισθηρό, ναρκοθετημένη ζώνη. Άσε που ύστερα από κάποιο διάστημα είσαι κουρέλι, κομμάτια. 
Και με κατσάδιαζε κι ο Μάνος, και είχε δίκιο, δε λέω. Καθόμουν κι έγραφα μερόνυχτα ολόκληρα, κατεβατά επί κατεβατών, τα πήγαινα σ’ εκείνον τον εκδότη που σου έχω πει, τα εξέδιδα με το ψευδώνυμο που σου έχω πει, εντάξει, πουλούσαν, όπως σου έχω πει, μου έφερναν και κάτι άλλες δουλειές, περιοδικά, εφημερίδες, ραδιόφωνο, free lancer που λέμε, γέμιζε το πορτοφόλι, μετά άδειαζε ταχέως στις μπάρες το πορτοφόλι, αλλά, εντάξει, μην τα παραλέω, όχι μονάχα στις μπάρες, όχι μονάχα στις κάβες, και στα ποτοπωλεία πολυτελείας μια στις τόσες, αλλά και στα δισκάδικα και στα βιβλιοπωλεία, αλλά η μαλακία ήταν που άδειαζε επίσης, και μάλιστα τάχιστα, και εκείνος ο ωραίος, ο πολύτιμος θάλαμος του νου, ξέρεις, σου έχω πει, καρδιά μου, εκεί όπου φυλάμε τα τιμαλφή.
            Ο Μάνος, σωστός. Ο Γιαννόπουλος. Λαμπίκο, σωστός. Ναι, δεόντως με κατσάδιαζε, μου έλεγε ότι γράφω ξεσχισμένα μελοδράματα, ψυχοπορνογραφήματα για το ψυχομπουρδέλο που έχω καταντήσει, μια φορά μάλιστα είχε πάρει τις Ηλιαχτίδες και τις είχε ρίξει στη φωτιά. Άκου να δεις! Στη φωτιά!
            Από τσίπουρο τι έχει μείνει, αγάπη μου;

*   *   *

ΙΙΙ
           
Ο Βελής βαδίζει βαριάΜες στη νύχτα. Η πόλη είναι η κρύπτη του, αλλά πώς να κρυφτείς κι από τον ίδιο σου τον εαυτό;
Η Πατησίων, ναι, η αιωνία σύζυγος, πάντα πιστή, πάντα εκεί, αλλάζει, ρυτιδιάζει, αλλά εκεί, είναι εκεί, κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να ξηλώσει την Πατησίων, κι ας ξήλωσαν το Refrain (κρέμες λυτρωτικές και ρυζόγαλα βάλσαμο, με συνοδεία μερικά κονιάκ, λίγο μετά την εφηβεία, με το παλαιό ξύλινο ρολόι στον τοίχο, με την ευγένεια των ξενυχτισμένων ροκάδων και αναρχικών, α ρε Νιόνιο, τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα, φέρνουνε μηνύματα για μιαν αγάπη που ’χα, α ρε Σαββόπουλε Νιόνιο, τι ωραία συνταρακτική που ήτανε για μας τους πιτσιρικάδες με το πάντοτε γαλάζιο βλέμμα και τα πάντοτε κόκκινα μάτια –απ’ τα τσιγάρα, από το διάβασμα, απ’ το ξενύχτι–, τι ωραία συναρπαστική σαν μυθιστόρημα τραγουδισμένο με ήρωες ωραίους που ήτανε η Μαύρη Θάλασσά σου, α ρε Νιόνιο)~ κι ας ξήλωσαν τόσους και τόσους θαλπερούς σινεμάδες (πού είναι το άκλαυτο το Ράδιο Σίτυ όπου είχαμε μείνει άφωνοι βλέποντας τον Ναπολέοντα του Αμπέλ Γκανς, που είναι το  Attica όπου είχαμε ανακηρύξει το The Last Waltz μέγιστο μουσικό ντοκιμαντέρ και μάθημα ζωής, πού είναι η Αθηνά όπου είχαμε εκβάλει γέλια ουρανομήκη με τους Blues Brothers και τα τρελά ανθρωποκυνηγητά!)~ κι ας ξήλωσαν περίπτερα και ανθοπωλεία και φαγάδικα και βιβλιοπωλεία, όχι, η Πατησίων είναι εκεί, θα είναι εκεί, θα μείνει πάντοτε εκεί, τραγουδισμένη άγρια από την Κατερίνα Γώγου με λέξεις σουγιάδες.
Πάντα η Κατερίνα Γώγου, με ποίηση μέταλλο, με το βραχνό της βλέμμα, με τα αγκάθια που ’χει στην ψυχή της μέσα, με το χαμόγελο που ενταφιάζεται για να αναστηθεί όταν τ’ αστέρια θα χαμογελάσουνε κι αυτά, με τα ουρλιαχτά που ελλοχεύουν στην ποίησή της, με τις ψαλμωδίες της όταν βήχει ο ουρανός κι όταν αλυχτούν οι προσδοκίες και θέλουν λύτρωση και θέλουν γάργαρο νερό και θέλουν να γίνουνε κεράκια μες στο δάσος. Πάντα η Κατερίνα Γώγου πάνω κάτω την Πατησίων, πάνω κάτω τη λαλέουσα λεωφόρο όπου σουλατσάρει η αριστοκρατική μας αλητεία, πάντα η Κατερίνα Γώγου με το αγέρωχο μπλουζ μιας ήττας που γυρίζει σε νίκη, μιας φθοράς που γυρίζει σε αναβάπτιση, ενός κατήφορου που γυρίζει σε άνοδο, σε σωτήρια ορειβασία προς το εντελβάις που δεν σταματήσαμε ποτέ, η Κατερίνα Γώγου, κι εμείς, η πιτσιρικαρία που διαβάζαμε τους διακεκαυμένους στίχους της, να λαχταράμε όσο υπάρχουμε, κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που διαλαλούν ότι ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση.
            Παράτα τα, Βελή. Άσ’ τα σάπια, που λέγαμε παλιά. Ξέχνα τη Γώγου που ήδη τόσον καιρό, τόσα χρόνια, δεν την θυμήθηκες ποτέ, λαμόγιο της κουλτούρας-να-φύγουμε, Βελή.
Ο Βελής βαδίζει βαριά. Βλέπει το είδωλό του, παραμορφωμένο, αλλοιωμένο, σκιασμένο, στις βιτρίνες που έχουν απομείνει στην Πατησίων, ενώ περνούν αυτοκίνητα, αδιάφορα για τον τραγέλαφο που αποτελεί ενίοτε τη ζωή του όλη, του Βελή. Εκεί που πάει να βουρκώσει, ο Βελής, τον πιάνουν τα γέλια, τον Βελή. Κι εκεί που πάει να γελάσει, ο Βελής, θυμάται αναπάντεχα βλακείες και χαζαμάρες και ουτιδανούς ολέθρους και αηδίες και ξεράσματα (όντως!), ο Βελής, και αισθάνεται, ναι, ο Βελής!, έναν κόμπο και μετά δάκρυα να φτάνουν στα μάτια του, του Βελή, τίνος άλλου; Φτάνει στην  Κεφαλληνίας, είπαμε ποιος, ο Βελής!, αγοράζει τσιγάρα από το περίπτερο όπου εναλλάσσονται η μητέρα περιπτερού, μία θυγατέρα, δεύτερη θυγατέρα, και μία ανιψιά, τις ξέρει τριάντα χρόνια πια, ο Βελής, δηλαδή ήξερε τη μητέρα αρχικώς, τότε που τέλειωνε η δεκαετία του εβδομήντα και πρωτοπήγε, ο Βελής, στο Aurevoir, διότι περί αυτού του περιπτέρου πρόκειται, του περιπτέρου που ήταν, και παραμένει, έξω από το Aurevoir, έξω από το μοντέρνο τέμενος και ποτοσχολαστήριο (όπως είχε βαφτίσει τα μπαρ, τα ποτάδικα σα να λέμε, ο ποιητής Νίκος Καρούζος), και εν συνεχεία, προϊόντος του χρόνου, γνώρισε τη μία θυγατέρα μετά την άλλη και τέλος την ανιψιά, και αγόραζε πάντοτε από εκεί τα δύο πακέτα της νύχτας, των ωρών που θα περνούσε μες στο Aurevoir και τον κυκεώνα των αναμνήσεών του, ο Βελής.
            Όπως έχουμε ξαναπεί, δοθείσης άλλης ευκαιρίας, ο εν λόγω Βελής, καιροσκόπος και καλοπερασάκιας, ψευτοτραγικός και ψευτοπότης, αλκοολικός του κώλου και Χάιντεγκερ του πεζοδρομίου, κακοφορμισμένη ναρκισσιστική πληγή και ψευταράς ταχείας αναπτύξεως, γεράκι και αρπακτικό, σφετεριστής γυναικών και λέξεων άλλων, αποτυχημένος σε όλα εκτός από την ίδια την αποτυχία, κάπνιζε, ο συμφεροντολόγος, μονάχα άφιλτρα τσιγάρα (ό,τι μάρκα του ερχόταν κάθε φορά, αρκεί όμως να είναι άφιλτρα) διότι ένεκα η αφηρημάδα του και η ακόπαστη οινοποσία και η αγαρμποσύνη του και ό,τι άλλο βάλει ο νους ανθρώπου, τότε που κάπνιζε τσιγάρα με φίλτρο τα μισά, και βάλε, πήγαιναν στράφι, καθότι ένεκα όσα είπαμε ο ειρημένος Βελής τα άναβε, τα πιο πολλά, ναι, τα μισά και πιο πολλά κι απ’ τα μισά, από τη μεριά που ήταν το φίλτρο και καιγόταν και πίκρα  κατέκλυζε απότομα το στόμα του και τα πέταγε καταγής ή όπου έβρισκε, και έτσι αποφάσισε να το γυρίσει στα άφιλτρα, όχι από στυλ, όπως ο Μάνος Γιαννόπουλος, φέρ’ ειπείν, αλλά από συμφέρον. Μόνον ένας Βελής, ένα τέτοιο βδέλυγμα, μα τι λέμε!, ούτε καν βδέλυγμα σωστό δεν θα μπορούσε να είναι, μόνο ένας Βελής ήταν ικανός να καπνίζει άφιλτρα τσιγάρα από συμφέρον.

*   *   *
           
           
IV

Ναι, Αγάπη μου, Αγαπημένη μου, Γυναικογυναίκα μου εσύ, ναι. Πράγματι, πτώση. Μια κατάρρευση, ας πούμε ήπια, μαλακή στην αρχή, και μετά απότομη, γκρεμοτσάκισμα. Πατατράκ.
            Καθότι, πώς να σ’ το πω, να, άκου, ήταν συσσώρευση το πράγμα. Μαζεύεις, μαζεύεις, μαζεύεις, είναι εκκρεμότητες από δω, εκκρεμότητες από κει, ζεις όμως σε μιαν ας πούμε ντανταϊστική interstellar overdrive που λένε και οι Pink Floyd, σε μια διαπλανητική ταχύτητα, με εντελώς αεροπλανικά κόλπα καταφέρνεις να περνάς από τη μια μέρα στην άλλη, πώς λέμε από τον ένα πύργο ο άλλος, πρόσεξέ με, όχι, όχι στον άλλο, αλλά ο άλλος, και μαζεύεται όγκος, πώς μαζεύεται χαρτομάνι και στην αρχή δεν δίνεις σημασία και ξυπνάς μια μέρα κι είσαι πνιγμένος στο χαρτομάνι, έτσι, ακριβώς έτσι ήταν, εκκρεμότητες, φόρα, τρέξιμο μύχιο, εσωτερικό, στα σωθικά του μυαλού, ξέρεις τώρα τι ακριβώς θέλω να πω, κι έρχεται άλλη μία προειδοποίηση, αλλά εσύ, εγώ δηλαδή, λες, άσε, άσ’ το γι’ αύριο, μα πώς, σήμερα έχω να διαβάσω ολίγη από Mason & Dixon, λέμε τώρα, επίσης σήμερα έχω να γράψω χίλιες τριακόσιες λέξεις άρθρο σχετικά με τις Χρήσεις του Χώρου στις Σύγχρονες Κατακερματισμένες Μητροπόλεις, ξαναλέμε ξανατώρα, έχω κάτι από δω, έχω κάτι από κει, και αφήνεις στην άκρη, άσ’ το γι’ αύριο, που λέει το καλαμπούρι με τους πιτσιρικάδες, ναι, άσ’ το γι’ αύριο, και το αφήνεις όντως γι’ αύριο, καθότι σήμερα είναι το νταβαντούρι, σήμερα είναι η πλάκα και η χλαπαταγή και η αιθρία ακόμα, σήμερα είναι η ανάσα και η αντάρα, και βάζεις ένα Jameson και ανάβεις ένα άφιλτρο και ανοίγεις ένα βιβλίο και πατάς το play και αφήνεις τα Άπαντα του Brian Eno να σε πάνε στο άλλο το αλλού, άσ’ το γι’ αύριο, άσ’ το τώρα, τράβα μια τζούρα απ’ το τσιγάρο σου, πιες μιας γουλιά ιρλανδέζικο, δες έξω από το παράθυρο, πάλι έχει πανσέληνο, πάλι ζεις και βασιλεύεις, πάλι πίνεις, πάλι καπνίζεις, πάλι όλο και κάτι θα γράψεις, δεν είσαι προς θάνατον, θυμήσου και καμιά ιστορία, τόσες και τόσες ιστορίες έχεις επινοήσει, έχεις πλάσει, τις έχεις κάνει γεγονός, τις έχεις καθαγιάσει, τις έχεις αφηγηθεί, τι είναι όλος ο κόσμος αν όχι ιστορίες, για δες τις στέγες των σπιτιών, μάλλον για φαντάσου τις στέγες των σπιτιών, πώς να τις δεις, από πού να τις δεις, απ’ το παράθυρό σου βλέπεις το μπαλκονάκι του απέναντι, ποιες στέγες;, ποιες;, αλλά δεν πειράζει, με σε νοιάζει, ξέρεις εσύ από μπόρα κι από αγιάζι, ηρέμησε, Βελή, ζήσε, φάε, πιες, ζαχάρωσε, κι ό,τι βρίσκεις σάρωσε, που έλεγε και το άσμα, κι έτσι πήγαινε, ναι, έτσι πήγαινε, Αγαπημένη, Αγάπη μου εσύ, με τσαλίμια και ντρίπλες και κόλπα την έβγαζα, κι αρνιόμουν να δω εντός, αρνιόμουν να τακτοποιήσω εκκρεμότητες, κι αρνιόμουν να στρωθώ στ’ αλήθεια αληθινά και να γράψω πραγματικώς πραγματικά, και ούτω καθεξής, καταλαβαίνεις τώρα.
            Η πτώση. Τι σημαίνει η πτώση; Σημαίνει να είναι ένας λασπώδης λαβύρινθος η πόλη, να μην λατρεύεις κάθε βήμα στο πεζοδρόμιο της Πατησίων, να μην στραφταλίζουν οι στιγμές όταν σου έρχεται πάλι στο νου μια τρελαμένη αφροσύνη απ’ τα παλιά, να βαραίνουν ξάφνου όλα, κάθε δευτερόλεπτο να βαραίνει, κι εσύ να το αφήνεις να βαραίνει, να αφήνεις τη λάσπη εκεί μέσα στο λαβύρινθο, να είναι μουντές οι στιγμές, να είναι κουραστικές οι λέξεις οι παλιές, να μην σκιρτάνε όλα μέσα σου στο άκουσμα της φωνής του φίλου, του Μάνου, του Καπετάν Φασαρία, του Νέστωρα, του Όλεθρου. Ακόμα και με τα βιβλία, ήταν, πώς να σ’ το δώσω να καταλάβεις, να, ήταν σαν να είχε γεράσει το βλέμμα μου όταν τα άνοιγα, σαν να ήθελαν αλλού να είναι τα μάτια μου και όχι στις σελίδες. Γάμησέ τα. Γάμησέ τα, σου λέω, μη σου τύχει, όχι, ούτε στον χειρότερο εχθρό μου, που δεν έχω ο έρμος, πώς να έχω, να μην τύχει.
            Η πτώση. Να μην θέλεις διαρκώς και διακαώς όλα όσα διαρκώς και διακαώς ήθελες, και τα ήθελες, λέμε, διαρκώς και διακαώς μια ζωή. Να νερώνει το κρασί. Να γίνεται χλιαρό το τσάι. Αίσχος. Άκου: να μην μπορείς ούτε να κλάψεις ούτε να γελάσεις. Να γίνεσαι, μέρα με τη μέρα, μια κεκτημένη ταχύτητα, μια αμβλυμένη τραχύτητα, ξεδοντιάρης σκύλος, φαφούτης, σαχλαμάρας, κι όμως να μην το αντιλαμβάνεσαι, όχι, χαμπάρι στην αρχή, τίποτα, και το πράγμα να συσσωρεύεται, Μαριάννα, να στοιβάζεται, να πυργώνεται, ξέρω κι εγώ, να γίνεται όγκος.
            Μαλακίες και παπαριές. Αυτά κάνεις άμα είσαι προς την πτώση, και όχι προς την νίκη, χαχαχαχααααα, έτσι λέγανε ένα χριστιανικό, το μάτι μου, φυλλάδιο, με έναν τσολιά τρομπετίστα στο εξώφυλλο, στυλ Ντίζι Γκιλέσπι in Athens, τι δισκάρα!, τι εξωφυλλάρα!, σου το έχω δείξει, έτσι δεν είναι; Τέλος πάντων, ναι, προς την νίκη, ή και Προς την Νίκην, με ν επιπλέον, ναι, σου λέω, μας το μοιράζανε επί χούντας στο σχολείο, γάμησέ τα. Λοιπόν, προς την πτώση όταν είσαι, όταν εγώ, δηλαδή, ήμουν προς την πτώση, είναι ζόρι το εξής: το ότι δεν το παίρνεις ακριβώς χαμπάρι, και αφηνιάζεις κιόλας, βάζεις κι άλλα, παραπανίσια γκάζια να είσαι στο ύψος των περιστάσεων, που λέμε, κι όλο γλέντια και χαρές, κι αφήνεις και τα πένθη στην άκρη, και όλο θες να μην είσαι μόνος, να είσαι συνέχεια με άλλους, λίγο δράκουλας, κι όλο ρουφάς και αρμέγεις, αλλά όλο ρέστος μένεις, άνευ, δίχως, κενός εντός ολίγου, τίποτα, νούλα, ζερό.
            Το κακό είναι ότι δεν το καταλαβαίνεις. Εγώ, εντάξει, εγώ δεν το καταλάβαινα. Να είμαι εντελώς στην άκρη, να είμαι στο χείλος, και να μην το καταλαβαίνω. Κι είμαι και τυχερός, κωλόφαρδος που δεν ήταν ανήκεστος η βλάβη. Εντάξει, δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη. Καθώς επίσης και δεν θα πεθάνουμε ποτέ, πριν ζήσουμε για πάντα.
            Πάω να φέρω το τσιπουράκι κι έρχομαι.

*   *   *
           
V

Ο Βελής, ο Νίκος Βελής, μπαίνει στο Aurevoir, και πάλι, και είναι δύο χιλιάδες έξι το έτος, και είναι Μάιος ο μήνας, και είναι ξημερώματα η ώρα, και είναι μαντάρα το μέσα του. Αλλά δεν είναι εμφανές αυτό το τελευταίο. Το βλέμμα του Βελή, όσο κι αν πίνει, δεν είναι κατατεμαχισμένο, δεν κάνει ζάπινγκ το βλέμμα του Βελή, είναι, ξέρει να είναι, σταθερό, ξέρει να μη δίνει λαβές το σταθερό βλέμμα του Βελή. Το σταθερό βλέμμα του Βελή δεν θα ξαναδεί, και δεν θέλει να ξαναδεί, όλα όσα θέλουν να κάνουν το σταθερό βλέμμα του Βελή να πάψει να είναι σταθερό, ο Βελής είναι μέγας παλιομασκαράς, δεν είναι δυνατόν η κάθε τσούλα κατάσταση και η κάθε του δρόμου υπόσταση να απειλεί την σταθερότητα του βλέμματος του Βελή, όχι, ο Βελής, αφού έχει μπει στο Aurevoir, και αφού έχει καθίσει στην κλασική, κερδισμένη με εκατοντάδες χιλιάδες ουίσκυ, με εκατοντάδες χιλιάδες τσιγάρα, με εκατοντάδες χιλιάδες χαμόγελα και με εκατοντάδες χιλιάδες δευτερόλεπτα λεπτά ώρες, την κλασική, κερδισμένη επαξίως θέση του, στο πρώτο τραπέζι δεξιά όπως μπαίνουμε, στη γωνία, κολλημένος στην στιλβωμένη βαθύχρωμη καλαμωτή του Προβελέγγιου, με το σταθερό, είπαμε!, Βελήσιο Βλέμμα στραμμένο στην Πατησίων, την αιώνια σύζυγο, τον τάφο ονείρων αλλά και εφαλτήριο πράξεων, στο κέντρο του κόσμου, στον ομφαλό της γης, ο Βελής αφού έχει καθίσει και αφού έχει παραγγείλει το ιρλανδέζικο και αφού ανάψει το άφιλτρο και αφού έχει ευχαριστήσει στον κύριο Λύσανδρο, και αφού έχει ανταλλάξει μαζί του μερικές ωραίες κουβέντες, και αφού έχει εκ νέου στρέψει το βλέμμα του, το σταθερό, λέμε, στην Πατησίων, θα λάβει την απόφαση να ξεμπερδεύει με όλα όσα τον τελευταίο καιρό τον έχουνε μπερδέψει, ν’ αρχίσει τα χρατς και χρουτς στους Γόρδιους Δεσμούς, να κόψει κεφάλια, να κάψει γέφυρες, να βγει απ’ το τέλμα.
            Βγάζει το σημειωματάριό του, γράφει: «Τέρμα. Τέρμα. Τέρμα. Να μην βρω κορίτσι να με τραβήξει, να με ρυμουλκήσει. Τι σκατά ηλεκτρολεττριστής είμαι; Πού το θυμήθηκα κι αυτό! Όχι, τέρμα. Θέλω δάκρυα για να έχω χαμόγελα. Θέλω κλάματα για να έχω γέλια. Θέλω ν’ αγαπήσω τα σκατά μου για να μπορέσω ν’ αγαπήσω και τα σκατά μιας γυναίκας. Της τελευταίας γυναίκας. Καυτή μονογαμία, ladies & gents. Καυτή μονογαμία, κι όχι κάπα κάπα κάπα, Κάθε Καρυδιάς Καρύδι, στη ζωή μου. Για να συνεχίσω να ζω όπως έχω ζήσει. Γι’ αυτό».

*   *   *

                       
           
VI

Ήμουν στο παρά πέντε. Θα ήθελα, ένα ουίσκυ πάνω ένα ουίσκυ κάτω, να περάσω στο και πέντε, να είναι το πατατράκ εντελές, ίσως ακόμα και ευτελές, ξέρεις, στον πυθμένα στον πάτο στο όσο πιο κάτω γίνεται, για να μπορώ μετά, ας πούμε αναβαπτισμένος, να – τι να; Τι μαλακίες να; Όχι, είπα μετά (τέρας σταθερότητας ο αγαπημένος σου, χαχαχαχαχαχαααααα!!!!), μαλακίες, παπαριές, καμία αναβάπτιση, τσου. Θα μείνω εκεί, στο παρά πέντε, λέω μέσα μου, τέρμα στο τέλμα, και θα κάτσω να δω όοοοοοολα αυτά τα τρελά τρεχάμενα τρίμηνα και εξάμηνα και έτη τι σκατά έκανα, και θ’ αγαπήσω τα εν λόγω σκατά, και μετά θ’ αγαπήσω και τα σκατά της Αγαπημένης, της Γυναικογυναίκας μου, τα δικά σου τα σκατά, λατρεμένη μου λατρεία, σκέφτηκα, αλλιώς δεν έχει νόημα, αλλιώς είναι άλλη μία προδοσία, και φτάνει πια με τον προδότη του γραπτού λόγου, άνοιγα στο αίνιγμα πια, κι όχι κλείσιμο, και άνοιγμα στο αίνιγμα όχι από κόπωση και κρίσιμη καμπή και κλιμακτήριος και τέτοια, αλλά ξανά, ή και για πρώτη φορά, όλο, μα όλο, το φιλμ της ζωής, ένα λυτρωτικό, όσο κι αν είναι οδυνηρό, playback, και κατόπιν όχι απάρνηση, όχι, όχι, ούτε διαγραφή χρεών, ούτε παραγραφή παραπτωμάτων, και τα ρέστα, αλλά συνέχιση, μες στα σκατά έστω, πάντως συνέχιση, τεθλασμένη μεν γραμμή πάντως γραμμή, και στρώσιμο, όσο γίνεται συστηματικό, όσο γίνεται μεθοδικό, στο γράψιμο, τόσα χρόνια τους έγραφα, τώρα γράφω, σύμφωνα με το ηλεκτρολεττριστικό θέσφατο του κώλου.
            Και, ναι, όπως ξέρεις, και δεν είναι ανάγκη, για την ώρα, να το μάθει ο κόσμος όλος, πήρα βαθιά ανάσα και βούτηξα στα σκατά. Και τα αγάπησα. Ξέρεις πώς, σ’ τα έχω πει αυτά. Κι είναι κι άλλα να σου πω, Αγαπημένη. Πολλά άλλα.
            Ξέρεις εσύ.
            Δύο ειδών άνθρωποι υπάρχουνε: εμείς!

*   *   *